Σημαντική εξέλιξη για τη νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων αποτελεί, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Φαρμακευτικών Βιομηχανιών και Ενώσεων (EFPIA), η σημερινή γνωμοδότηση της Γενικής Εισαγγελέως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Juliane Kokott, στην υπόθεση που αφορά την προσφυγή της Πολωνίας κατά των διατάξεων για την Εκτεταμένη Ευθύνη του Παραγωγού (Extended Producer Responsibility – EPR).
Η Γενική Εισαγγελέας προτείνει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ακυρώσει το άρθρο 9(1)(α) και το Παράρτημα III της Οδηγίας, τα οποία προβλέπουν ότι οι παραγωγοί φαρμακευτικών και καλλυντικών προϊόντων θα πρέπει να χρηματοδοτούν τουλάχιστον το 80% του κόστους της τεταρτοβάθμιας επεξεργασίας των αστικών λυμάτων, αναφέρει η EFPIA.
Ερωτήματα για την επιστημονική βάση της κατανομής του κόστους
Σύμφωνα με την EFPIA, η Γενική Εισαγγελέας διαπιστώνει ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεν απέδειξαν με σαφήνεια ότι είχαν αξιολογήσει επαρκώς τα επιστημονικά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η απόδοση ευθύνης στους φαρμακευτικούς και καλλυντικούς κλάδους.
Ειδικότερα, η γνωμοδότηση εντοπίζει σοβαρές αδυναμίες στη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του τοξικού φορτίου, ενώ θέτει ερωτήματα για τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν αναφορικά με ορισμένες φαρμακευτικές ουσίες.
Παράλληλα, σύμφωνα με τους εκπροσώπους της φαρμακοβιομηχανίας, κρίνεται ανεπαρκής η αξιολόγηση άλλων πιθανώς σημαντικών πηγών μικρορύπων. Η Γενική Εισαγγελέας διαπιστώνει επίσης ότι η επιλογή των φαρμακευτικών και καλλυντικών προϊόντων δεν βασίστηκε σε επιστημονικά τεκμηριωμένη σύγκριση όλων των σχετικών πηγών ρύπανσης.
Με βάση αυτά τα στοιχεία, η Γενική Εισαγγελέας καταλήγει ότι ο προσδιορισμός και η αξιολόγηση των σχετικών δεδομένων από τον νομοθέτη επηρεάστηκαν από πρόδηλα σφάλματα.
EFPIA: Δεν αμφισβητούμε την προστασία των υδάτων
Η EFPIA υπογραμμίζει ότι η φαρμακευτική βιομηχανία έρευνας στηρίζει τον στόχο της προστασίας των ευρωπαϊκών υδάτων και δηλώνει ότι είναι διατεθειμένη να καταβάλει το «δίκαιο μερίδιό» της στην αντιμετώπιση της μικρορύπανσης.
Ωστόσο, υποστηρίζει ότι το υφιστάμενο σύστημα δεν κατανέμει την ευθύνη με τρόπο δίκαιο, αναλογικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο, ενώ θεωρεί ότι δεν συνάδει με την ευρωπαϊκή αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει».
Όπως αναφέρει, με τη σημερινή μορφή της Οδηγίας, τουλάχιστον το 80% του κόστους της τεταρτοβάθμιας επεξεργασίας επιβαρύνει αποκλειστικά δύο κλάδους, τη φαρμακευτική και την καλλυντική βιομηχανία, χωρίς να αποτυπώνεται η συμβολή όλων των σχετικών πηγών μικρορύπων.
Η EFPIA υποστηρίζει ακόμη ότι, από την υιοθέτηση της Οδηγίας, έχουν προκύψει νέα στοιχεία που δημιουργούν σημαντικά ερωτήματα τόσο για τη μεθοδολογία υπολογισμού του τοξικού φορτίου όσο και για τη βάση με την οποία αποδόθηκε η ευθύνη στους δύο κλάδους. Κατά την Ομοσπονδία, η σημερινή γνωμοδότηση επιβεβαιώνει ότι παραμένουν σοβαρά ερωτήματα ως προς την επιστημονική βάση του συστήματος.
Κίνδυνος για την εφοδιαστική αλυσίδα
Η EFPIA προειδοποιεί παράλληλα για τις πιθανές οικονομικές και παραγωγικές επιπτώσεις της Οδηγίας.
Όπως υποστηρίζει, πέρα από το δυσανάλογο κόστος για τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις, η εφαρμογή της στη σημερινή της μορφή είναι «πολύ πιθανό» να επηρεάσει τις ευρωπαϊκές εφοδιαστικές αλυσίδες, δημιουργώντας ενδεχόμενο ελλείψεων φαρμάκων. Παράλληλα, εκτιμά ότι μπορεί να υπονομεύσει την ικανότητα της Ευρώπης να πραγματοποιεί έρευνα και να παράγει νέα φάρμακα.
Η ένωση υπενθυμίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ήδη ζητήσει νέα ανεξάρτητη αξιολόγηση των επιπτώσεων της Οδηγίας, μεταξύ άλλων ως προς τη διαθεσιμότητα, την οικονομική προσιτότητα και την προσβασιμότητα των φαρμάκων, και χαρακτηρίζει την επανεκτίμηση αυτή απαραίτητη.
Moll: «Να παγώσει η εφαρμογή της Οδηγίας»
Μετά τη γνωμοδότηση, η Γενική Διευθύντρια της EFPIA, Nathalie Moll, ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναστείλει την εφαρμογή της Οδηγίας μέχρι να πραγματοποιηθεί νέα αξιολόγηση.
«Η EFPIA και τα μέλη της έχουν ζητήσει επανειλημμένα να επανεξεταστεί η Οδηγία για την Επεξεργασία των Αστικών Λυμάτων, λόγω ανησυχιών σχετικά με τη μεθοδολογία και τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν. Σήμερα, η Γενική Εισαγγελέας εντόπισε επίσης ελλείψεις σε αυτούς τους τομείς και εισηγήθηκε την ακύρωση των σχετικών διατάξεων», δήλωσε.
Η Nathalie Moll πρόσθεσε: «Ζητούμε πλέον από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναστείλει την εφαρμογή της Οδηγίας, ενώ πραγματοποιείται επαρκής, ολοκληρωμένη και διαφανής αξιολόγηση επιπτώσεων, προκειμένου να εντοπιστούν όλες οι σχετικές πηγές μικρορύπανσης».
Παράλληλα, ανέφερε ότι η Ένωση προσβλέπει σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη μέλη και τους υπόλοιπους ενδιαφερόμενους φορείς για μια λύση που θα οδηγεί σε καθαρότερα ύδατα, θα διασφαλίζει δίκαιη συμμετοχή όλων των κλάδων και θα προστατεύει τη φροντίδα των ασθενών και την πρόσβαση στα φάρμακα.
Σταθερές τιμές
Στο οικονομικό σκέλος, η EFPIA επισημαίνει ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες λειτουργούν σε ένα περιβάλλον μακροχρόνιων συμβάσεων και σταθερών τιμών. Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με την Ομοσπονδία, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να απορροφήσουν το σύνολο του κόστους που θα δημιουργήσει η εφαρμογή της Οδηγίας.
Η EFPIA εκτιμά ότι αυτό είναι πιθανό να επηρεάσει την προσφορά και τη διαθεσιμότητα φαρμάκων για εκατομμύρια ασθενείς, αλλά και την ανταγωνιστικότητα των φαρμακευτικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη.
Σε κάθε περίπτωση, η σημερινή γνωμοδότηση της Γενικής Εισαγγελέως δεν αποτελεί την τελική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η γνωμοδότηση αποτελεί εισήγηση προς το Δικαστήριο, το οποίο θα εκδώσει την τελική του απόφαση επί της υπόθεσης.





