Σε οριακό σημείο βρίσκεται η φαρμακευτική αγορά στην Ελλάδα, με ιδιαίτερη πίεση να καταγράφεται στον χώρο των καινοτόμων φαρμάκων, σύμφωνα με επιστολή του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) που απευθύνεται στον πρωθυπουργό ενόψει της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.
Στην επιστολή επισημαίνεται ότι οι αντοχές του υφιστάμενου μοντέλου χρηματοδότησης εξαντλούνται και ότι οι συνέπειες δεν περιορίζονται πλέον στη βιωσιμότητα των φαρμακευτικών επιχειρήσεων, αλλά αφορούν άμεσα την πρόσβαση των ασθενών στις θεραπείες που χρειάζονται και τη συνολική λειτουργία του συστήματος υγείας.
Αύξηση της δαπάνης για ανασφάλιστους και έκτακτες εισαγωγές
Επίσης ο ΣΦΕΕ θέτει μια σειρά από ερωτήματα σχετικά με την πορεία της φαρμακευτικής δαπάνης και τη λειτουργία του υφιστάμενου μοντέλου.
Μεταξύ άλλων, επισημαίνεται η αύξηση της δαπάνης για φάρμακα ανασφάλιστων, η οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, έχει φτάσει τα 350 εκατ. ευρώ, παρά τη συστηματική μείωση της ανεργίας.
Παράλληλα, η δαπάνη μέσω του ΙΦΕΤ για έκτακτες εισαγωγές φαρμάκων έχει, σύμφωνα με την επιστολή, ανέλθει στα 550 εκατ. ευρώ, εξέλιξη που, όπως υποστηρίζεται, καθιστά τον ΙΦΕΤ τη μεγαλύτερη φαρμακευτική εταιρεία στην Ελλάδα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη νοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη. Επισημαίνεται ότι σ' ένα περιβάλλον όπου τόσο η ζήτηση όσο και η προσφορά ελέγχονται από το κράτος, η δαπάνη έχει αυξηθεί σημαντικά, ενώ το clawback για φάρμακα αξίας άνω των 30 ευρώ ξεπερνά το 80%.
Σύμφωνα με την επιστολή, το επίπεδο αυτό καθιστά ιδιαίτερα προβληματική την περαιτέρω διάθεση συγκεκριμένων θεραπειών στην ελληνική αγορά.
«Οι υψηλότερες υποχρεωτικές επιστροφές στην Ευρώπη»
Η Ελλάδα, σύμφωνα με τους συντάκτες της επιστολής, καταγράφει τις υψηλότερες υποχρεωτικές επιστροφές στην Ευρώπη, σε συνδυασμό με χαμηλές αρχικές τιμές των φαρμάκων.
Παράλληλα, ασκείται κριτική στην επιβολή αναδρομικών clawbacks, ακόμη και σε φάρμακα για τα οποία, όπως αναφέρεται, δεν είχε ζητηθεί κρατική αποζημίωση.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρεται το πρόγραμμα «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» για την παχυσαρκία, ενώ επισημαίνεται ότι τέτοιες παρεμβάσεις πραγματοποιούνται χωρίς προηγούμενη διαβούλευση και χωρίς επαρκή προβλεψιμότητα για την αγορά.
Απουσιάζουν κίνητρα για την Κλινική Έρευνα
Ένα ακόμη ζήτημα που τίθεται είναι το πλαίσιο για την προσέλκυση επενδύσεων στην Κλινική Έρευνα.
Όπως υποστηρίζεται, δεν έχει διαμορφωθεί ένα επαρκώς ανταγωνιστικό σύστημα κινήτρων, γεγονός που, σύμφωνα με τους συντάκτες της επιστολής, λειτουργεί αποτρεπτικά για την προσέλκυση φαρμακευτικής καινοτομίας και σχετικών επενδύσεων στην Ελλάδα.
Η επιστολή υποστηρίζει ότι, παρά τις συνεχείς παρεμβάσεις και τις διαβεβαιώσεις της Πολιτείας τα προηγούμενα χρόνια, τα μέτρα που έχουν εφαρμοστεί δεν έχουν αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το πρόβλημα.
Την ίδια στιγμή, το χρηματοδοτικό κενό μεταξύ της κρατικής χρηματοδότησης και των πραγματικών αναγκών των ασθενών διευρύνεται.
Το αυξανόμενο clawback στο επίκεντρο
Τονίζεται δε ότι η φαρμακευτική δαπάνη συνεχίζει να αυξάνεται, ενώ το χρηματοδοτικό κενό μεταφέρεται με αυξανόμενο ρυθμό στις φαρμακευτικές επιχειρήσεις μέσω του clawback.
Οι συντάκτες υποστηρίζουν ότι η συνεχής ανακατανομή ενός αυξανόμενου clawback δεν αποτελεί ουσιαστικό έλεγχο της δαπάνης. Αντίθετα, εκτιμούν ότι ενισχύει τις ανισότητες μεταξύ των επιχειρήσεων του κλάδου και λειτουργεί ιδιαίτερα εις βάρος της φαρμακευτικής καινοτομίας.
Όπως επισημαίνεται, μια τέτοια πολιτική μπορεί τελικά να αποθαρρύνει την είσοδο νέων καινοτόμων θεραπειών στην ελληνική αγορά και να μην αποτελεί βιώσιμη προσέγγιση για τη φαρμακευτική πολιτική.
Έκκληση για αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης
Στην επιστολή υπογραμμίζεται ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τη φαρμακευτική καινοτομία ως ανεξάντλητη πηγή χρηματοδότησης του συστήματος υγείας.
Αντίθετα, ζητούνται αποτελεσματικές μεταρρυθμίσεις για τον πραγματικό έλεγχο της φαρμακευτικής δαπάνης, με αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων, των θεραπευτικών πρωτοκόλλων και των μητρώων ασθενών.
Παράλληλα, τίθεται ως βασική προτεραιότητα η άμεση και ουσιαστική ενίσχυση της δημόσιας φαρμακευτικής χρηματοδότησης, ιδιαίτερα για τη φαρμακευτική καινοτομία, με την πρόταση να αξιοποιηθεί προς αυτή την κατεύθυνση μέρος του δημοσιονομικού υπερπλεονάσματος.
Ζητείται επίσης η δημιουργία ενός σταθερού και ανταγωνιστικού πλαισίου για την προσέλκυση επενδύσεων στην Κλινική Έρευνα.
Προειδοποίηση για πιθανές ελλείψεις και αποεπένδυση
Οι συντάκτες της επιστολής προειδοποιούν ότι η διατήρηση της σημερινής κατάστασης μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερήσεις ή ακόμη και σε αδυναμία εισόδου νέων καινοτόμων φαρμάκων στην ελληνική αγορά.
Παράλληλα, εκφράζεται φόβος για σταδιακή αποεπένδυση, αλλά και για αυξανόμενες πιέσεις ακόμη και στη διάθεση υφιστάμενων θεραπειών, καθώς, όπως αναφέρεται, αυξάνονται τα περιστατικά αποχώρησης φαρμάκων από την ελληνική αγορά.
Το διακύβευμα, σύμφωνα με την επιστολή, αφορά επομένως τόσο την πρόσβαση των ασθενών στις θεραπείες του αύριο όσο και τη διασφάλιση των θεραπειών που είναι διαθέσιμες σήμερα.
Το αίτημα που διατυπώνεται είναι η διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής για το φάρμακο, η οποία θα βασίζεται σε επαρκή δημόσια χρηματοδότηση, πραγματικό έλεγχο της δαπάνης, προβλεψιμότητα για την αγορά και επενδυτικά κίνητρα.
Στόχος, όπως επισημαίνεται, θα πρέπει να είναι η ισότιμη, απρόσκοπτη και έγκαιρη πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία, παράλληλα με τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του συστήματος υγείας και της φαρμακευτικής αγοράς.
Ακολουθεί ολόκληρη η επιστολή του ΣΦΕΕ
Αξιότιμε κύριε Πρωθυπουργέ,
Ενόψει της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η κατάσταση στη φαρμακευτική αγορά και ιδίως στα καινοτόμα φάρμακα βρίσκεται πραγματικά σε οριακό σημείο. Οι αντοχές του υφιστάμενου μοντέλου χρηματοδότησης εξαντλούνται και οι συνέπειες δεν αφορούν πλέον μόνο τη βιωσιμότητα των φαρμακευτικών επιχειρήσεων.
Αφορούν άμεσα την πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών στις θεραπείες που χρειάζονται και τη λειτουργικότητα του συστήματος υγείας εν γένει.
Ανασκοπώντας τα δεδομένα καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα πως το μοντέλο δεν λειτουργεί. Για παράδειγμα:
α) Πώς να ερμηνεύσει κανείς το γεγονός ότι, σε μια χώρα όπου η ανεργία μειώνεται συστηματικά, η δαπάνη για τα φάρμακα των ανασφάλιστων αυξάνεται συνεχώς και έχει φτάσει πλέον τα €350 εκατ;
β) Ή πώς να ερμηνεύσει κανείς το γεγονός ότι η δαπάνη μέσω ΙΦΕΤ για έκτακτες εισαγωγές φαρμάκων έχει εκτιναχθεί στα €550 εκατ., καθιστώντας τον τη μεγαλύτερη φαρμακευτική εταιρεία στην Ελλάδα;
γ) Ή πώς να ερμηνεύσει κανείς το γεγονός ότι στο νοσοκομειακό περιβάλλον, όπου τόσο η ζήτηση όσο και η προσφορά ελέγχονται απολύτως από το Κράτος, η φαρμακευτική δαπάνη έχει εκτιναχθεί και το clawback για τα φάρμακα αξίας άνω των €30 ξεπερνά το 80%, καθιστώντας την περαιτέρω διάθεσή τους στη χώρα εξόχως προβληματική;
Η Ελλάδα καταγράφει τις υψηλότερες υποχρεωτικές επιστροφές στην Ευρώπη, πάνω στις χαμηλότερες αρχικές τιμές. Την ίδια στιγμή, εξακολουθούν να επιβάλλονται αναδρομικά clawbacks, ακόμη και σε φάρμακα που ουδέποτε διεκδίκησαν την κρατική αποζημίωση (βλ. πρόγραμμα ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ για την παχυσαρκία), χωρίς προηγούμενη διαβούλευση και χωρίς την παραμικρή προβλεψιμότητα.
Επιπλέον, απουσιάζει ένα ουσιαστικό και ανταγωνιστικό πλαίσιο κινήτρων για την Κλινική Έρευνα. Αντί, λοιπόν, να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για την προσέλκυση φαρμακευτικής καινοτομίας και σχετικών επενδύσεων, διαμορφώνουμε ένα περιβάλλον που τις αποθαρρύνει.
Μετά από χρόνια συνεχών παρεμβάσεων και παρά τις διαβεβαιώσεις της Πολιτείας, πρέπει πλέον να αναγνωρίσουμε την πραγματικότητα: τα μέτρα που έχουν εφαρμοστεί δεν αποδίδουν, ενώ ταυτόχρονα το χρηματοδοτικό κενό μεταξύ κρατικής χρηματοδότησης και πραγματικών αναγκών των ασθενών συνεχώς διευρύνεται.
Η φαρμακευτική δαπάνη εξακολουθεί να αυξάνεται και το χρηματοδοτικό κενό μεταφέρεται με αλματώδη ρυθμό στις επιχειρήσεις, μέσω του clawback. Η διαρκής ανακατανομή ενός αυξανόμενου clawback δεν συνιστά έλεγχο της δαπάνης, αλλά αυξάνει τις ανισότητες εντός του κλάδου, αποθαρρύνει την έλευση της φαρμακευτικής καινοτομίας αφού στρέφεται κατά προτεραιότητα εις βάρος της και, τελικά, δεν αποτελεί βιώσιμη φαρμακευτική πολιτική.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την καινοτομία ως ανεξάντλητη πηγή χρηματοδότησης του συστήματος. Απαιτούνται αποτελεσματικές μεταρρυθμίσεις με πραγματικό έλεγχο της δαπάνης, αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων, των θεραπευτικών πρωτοκόλλων και των μητρώων ασθενών, και κυρίως άμεση και ουσιαστική ενίσχυση της δημόσιας φαρμακευτικής χρηματοδότησης, ιδιαίτερα για τη φαρμακευτική καινοτομία, αξιοποιώντας ένα μέρος του δημοσιονομικού υπερπλεονάσματος.
Επιπλέον, απαιτείται ένα σταθερό και ανταγωνιστικό πλαίσιο προσέλκυσης επενδύσεων στην Κλινική Έρευνα.
Κύριε Πρωθυπουργέ,
Η διαιώνιση της σημερινής πραγματικότητας δεν μπορεί πλέον να αποτελεί επιλογή. Ή θα διασφαλίσουμε, με όρους βιωσιμότητας, τη χρηματοδότηση της πρόσβασης των Ελλήνων ασθενών στην καινοτομία ή θα βρεθούμε αντιμέτωποι με καθυστερήσεις ή και αδυναμία εισόδου νέων καινοτόμων φαρμάκων στη χώρα, σταδιακή αποεπένδυση και, πλέον,αυξανόμενη πίεση ακόμη και στη διάθεση υφιστάμενων θεραπειών, καθώς τα τελευταία δείγματα αποχώρησης φαρμάκων από τη χώρα αυξάνονται.
Το διακύβευμα, συνεπώς, αφορά τόσο την πρόσβαση στις θεραπείες του αύριο όσο και τη διασφάλιση των θεραπειών του σήμερα.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια εθνική στρατηγική για το φάρμακο με επαρκή δημόσια χρηματοδότηση, πραγματικό έλεγχο της δαπάνης, προβλεψιμότητα, επενδυτικά κίνητρα και ισότιμη, απρόσκοπτη και έγκαιρη πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία





