Η αναβλητικότητα δεν σημαίνει ότι δεν προσπαθεί κανείς αρκετά. Η επιστήμη δείχνει ότι πίσω από το «θα το κάνω αύριο» μπορεί να κρύβονται άγχος, τελειομανία, εξάντληση, περισπασμοί ή ο τρόπος με τον οποίο ο εγκέφαλός μας αναζητά άμεση ανακούφιση.
Και σίγουρα δεν είναι μια κατάσταση που αποτελεί ελάχιστους. Όι έρευνες δείχουν ότι περίπου 1 στους 5 ενήλικες αναβάλλει συστηματικά υποχρεώσεις και εργασίες.
Επίσης, η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι οι άνθρωποι που αναβάλλουν μπορεί να έχουν εξίσου ισχυρή — ή ακόμη και ισχυρότερη — πρόθεση να ολοκληρώσουν μια εργασία σε σχέση με τους υπόλοιπους. Το πρόβλημα βρίσκεται στο κενό ανάμεσα στην πρόθεση και την πράξη.
Αυτό εξηγεί εκτενώς σε άρθρο του στο The Conversation ο Itamar Shatz, λέκτορας του Πανεπιστημίου του Cambridge, ο οποίος μελετά εδώ και χρόνια την αναβλητικότητα και έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το «απλώς προσπάθησε περισσότερο» δεν αποτελεί αποτελεσματική λύση και τι πραγματικά βρίσκεται πίσω από την τάση μας να αναβάλλουμε.
Και οι συνέπειες δεν είναι αμελητέες. Η αναβλητικότητα έχει συνδεθεί με χαμηλότερες επιδόσεις στις εξετάσεις, χαμηλότερο εισόδημα, λιγότερο ύπνο και χειρότερη ψυχική και σωματική υγεία.
Όταν το «τώρα» κερδίζει το «μετά»
Ένας από τους βασικούς λόγους βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλός μας.Όταν έχουμε μπροστά μας μια εργασία που αναμένουμε ότι θα είναι δύσκολη, αγχωτική, βαρετή ή επώδυνη, ο εγκέφαλος τείνει να αναζητά αυτό που θα μας κάνει να αισθανθούμε καλύτερα τώρα, ακόμη κι αν μακροπρόθεσμα η επιλογή αυτή θα μας κάνει να αισθανθούμε χειρότερα.
Έτσι, αντί να ανοίξουμε τον υπολογιστή και να ξεκινήσουμε μια δύσκολη εργασία, μπορεί να κοιτάξουμε το κινητό, να ανοίξουμε τα social media ή να βρούμε οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα προσφέρει άμεση ευχαρίστηση.Με άλλα λόγια, η αναβλητικότητα μπορεί να λειτουργεί ως ένας τρόπος να αποφύγουμε προσωρινά ένα δυσάρεστο συναίσθημα.
Η αναβλητικότητα μπορεί επίσης να εμφανιστεί όταν πιστεύουμε ότι μια εργασία θα μας προκαλέσει απογοήτευση ή εκνευρισμό. Μπορεί επίσης να συμβαίνει επειδή μια επερχόμενη εξέταση μάς αγχώνει ή επειδή φοβόμαστε ότι μια εργασία, μια παρουσίαση ή ένα κείμενο δεν θα είναι αρκετά καλό.
Εδώ μπορεί να εμπλέκεται και η τελειομανία. Όταν κάποιος φοβάται ιδιαίτερα ότι η δουλειά του θα κριθεί ή θα απορριφθεί από τους άλλους, μπορεί να προτιμήσει να μην την ξεκινήσει καθόλου παρά να αντιμετωπίσει την πιθανότητα να μην ανταποκριθεί στις προσδοκίες του. Και όσο περισσότερο φοβάται το αποτέλεσμα, τόσο πιο εύκολο μπορεί να γίνει το «θα το κάνω αργότερα».
Ακόμη όμως και όταν γνωρίζουμε ότι πρέπει να συγκεντρωθούμε, υπάρχουν γύρω μας αμέτρητοι περισπασμοί. Τα social media αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι πλατφόρμες έχουν σχεδιαστεί ώστε να τραβούν και να διατηρούν την προσοχή μας όσο το δυνατόν περισσότερο. Έτσι, μπροστά σε μια δύσκολη εργασία, ένα γρήγορο scroll μπορεί να μοιάζει πολύ πιο εύκολο και ευχάριστο από το να ξεκινήσουμε αυτό που πραγματικά πρέπει να κάνουμε.
Η κούραση είναι ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας. Όταν κάποιος έχει δουλέψει υπερβολικά για μεγάλο χρονικό διάστημα και αισθάνεται εξαντλημένος ή έχει φτάσει σε burnout, γίνεται ακόμη δυσκολότερο να επιστρέψει σε απαιτητικές εργασίες. Κάπως έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: η εξάντληση οδηγεί σε αναβολή, η αναβολή προκαλεί άγχος και ενοχές, και αυτά με τη σειρά τους οδηγούν σε ακόμη μεγαλύτερη εξάντληση και περισσότερη αναβολή.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αναβλητικότητα έχει επίσης συνδεθεί με τη ΔΕΠΥ, μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που μπορεί να δυσκολεύει τη συγκέντρωση και την παραμονή σε μία συγκεκριμένη εργασία.
Μικρές αλλαγές, μεγαλύτερη συνέπεια
Το πρώτο βήμα δεν είναι να πιέσει κανείς τον εαυτό του περισσότερο.Είναι να καταλάβει γιατί αναβάλλει τη συγκεκριμένη στιγμή.
"Ρώτησε τον εαυτό σου: Είμαι εξαντλημένος;Με αποσπά το κινητό; Φοβάμαι ότι θα κάνω λάθος;Η εργασία είναι ασαφής ή πολύ μεγάλη;Υπάρχει κάποιος άλλος λόγος;Ο λόγος μπορεί να διαφέρει κάθε φορά. Σύγκρινε περιπτώσεις στις οποίες ολοκλήρωσες κάτι με άλλες στις οποίες το ανέβαλλες. Τι ήταν διαφορετικό;", παροτρύνει ο ειδικός.
Μπορεί επίσης να βοηθήσει να φανταζόμαστε ότι ένας φίλος μας βρίσκεται στην ίδια κατάσταση.
"Τι θα του έλεγες να κάνει; Η τακτική της ψυχολογικής απόστασης συχνά ξεκαθαρίζει το πρόβλημα.Αφού εντοπίσεις τον λόγο, αναζήτησε μία συγκεκριμένη αλλαγή που μπορείς να κάνεις αμέσως.Αν σε αποσπά το κινητό, κλείσ' το ή βάλε το στην τσάντα σου. Αν φοβάσαι ότι θα αποτύχεις, εξέτασε πόσο πιθανό είναι πραγματικά το χειρότερο σενάριο και πώς θα μπορούσες να περιορίσεις τις συνέπειές του. Αν μια εργασία φαίνεται τεράστια, «σπάσ' τη» σε μικρότερα βήματα.Αντί για «πρέπει να γράψω ολόκληρη την παρουσίαση», ξεκίνα με «θα ανοίξω το αρχείο και θα γράψω τον τίτλο»", συνεχίζει ο Shatz.
Τέλος, όπως σε πολλά πράγματα στη ζωή έτσι και στην αντιμετώπιση της αναβλητικότητας, το timing μπορεί να αποδειχτεί καίριας σημασίας. Οπότε, αξίζει τον κόπο να δοκιμάσει κανείς να προγραμμματίσε τις πιο απαιτητικές εργασίες που έχει να κάνει τις ώρες της ημέρας που είναι πιο παραγωγικός.





