Εξέταση ούρων που γίνεται στο σπίτι και δοκιμάζεται ήδη από το βρετανικό NHS μπορεί να εντοπίσει περισσότερες από εννέα στις δέκα περιπτώσεις καρκίνου της ουροδόχου κύστης, σύμφωνα με τα νεότερα ευρήματα μεγάλης μελέτης.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό European Urology Oncology, πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του University of Birmingham σε συνεργασία με την εταιρεία διαγνωστικών εξετάσεων Nonacus. Συμμετείχαν σχεδόν 1.000 ασθενείς από επτά νοσοκομεία στην Αγγλία και τη Σκωτία.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι, εφόσον τα αποτελέσματα επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερη κλινική δοκιμή, το τεστ θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά τον αριθμό των ασθενών που χρειάζονται άμεσα μια πιο επεμβατική εξέταση, την κυστεοσκόπηση.
Πώς λειτουργεί το τεστ
Το τεστ ,το οποίο ήδη κυκλοφορεί στο εμπόριο στη Βρετανία, αναλύει γενετικό υλικό που αποβάλλεται στα ούρα από τυχόν καρκινικά κύτταρα της ουροδόχου κύστης. Εξετάζει περισσότερες από 450 γενετικές μεταλλάξεις που σχετίζονται με τον καρκίνο της ουροδόχου κύστης και εντοπίζονται σε 23 γονίδια.
Στη συγκεκριμένη δοκιμή, το τεστ εντόπισε το 92% των περιπτώσεων καρκίνου της ουροδόχου κύστης.
Ιδιαίτερα σημαντικό θεωρείται το αποτέλεσμα ενός αρνητικού τεστ: σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, όταν το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό, υπήρχε πιθανότητα μεγαλύτερη του 99% ο ασθενής να μην πάσχει πράγματι από καρκίνο της ουροδόχου κύστης.
Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι το τεστ δεν αποτελεί υποκατάστατο της κυστεοσκόπησης. Θα μπορούσε, όμως, να χρησιμοποιηθεί ως ένα επιπλέον εργαλείο για την αξιολόγηση του κινδύνου και την προτεραιοποίηση των ασθενών που χρειάζονται πιο άμεση διερεύνηση.
Θα μπορούσε να περιορίσει τις κυστεοσκοπήσεις
Περισσότερες από 300.000 κυστεοσκοπήσεις πραγματοποιούνται κάθε χρόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ σε ορισμένες περιοχές υπάρχουν σημαντικές λίστες αναμονής.
Η έρευνα έδειξε ότι με την ενσωμάτωση αυτού του τεστ στη διαγνωστική διαδικασία μπορεί να μειωθεί σημαντικά το βάρος στις ουρολογικές κλινικές. Συγκεκριμένα εκτίμησε ότι αποτρέπει την ανάγκη για 730 κυστεοσκοπήσεις ανά 1.000 ασθενείς .
Η κυστεοσκόπηση πραγματοποιείται με την εισαγωγή μιας μικρής κάμερας μέσω της ουρήθρας μέχρι την ουροδόχο κύστη, ώστε ο γιατρός να εξετάσει το εσωτερικό της.
Ένα αξιόπιστο τεστ ούρων θα μπορούσε επομένως να βοηθήσει τους γιατρούς να ξεχωρίζουν νωρίτερα τους ασθενείς που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο και πρέπει να υποβληθούν κατά προτεραιότητα σε κυστεοσκόπηση.
Ο καθηγητής Richard Bryan, συν-συγγραφέας της μελέτης από το University of Birmingham, δήλωσε ότι, έπειτα από χρόνια ανάπτυξης και αξιολόγησης της συγκεκριμένης επιστημονικής προσέγγισης, είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό το γεγονός ότι το τεστ παρουσίασε «μια πολλά υποσχόμενη πρώιμη απόδοση» σε έναν μεγάλο πληθυσμό ασθενών σε πραγματικές συνθήκες.
«Χρειάζεται περισσότερη έρευνα»
Η Michelle Mitchell από το Cancer Research UK υπογράμμισε την ανάγκη για ταχύτερη διάγνωση του καρκίνου της ουροδόχου κύστης.
«Πάρα πολλοί άνθρωποι περιμένουν περισσότερο από όσο θα έπρεπε για τη διάγνωση του καρκίνου της ουροδόχου κύστης και είναι απαραίτητο να βρούμε τρόπους για να αντιμετωπίσουμε αυτό το πρόβλημα», δήλωσε.
«Είναι ακόμη νωρίς για το συγκεκριμένο τεστ και χρειάζεται περαιτέρω έρευνα, αλλά είναι ζωτικής σημασίας να συνεχίσουμε να βρίσκουμε ταχύτερους και λιγότερο επεμβατικούς τρόπους που θα βοηθούν στη διάγνωση ή στον αποκλεισμό του καρκίνου», πρόσθεσε.
Παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο της ουροδόχου κύστης
Ορισμένοι παράγοντες μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου της ουροδόχου κύστης. Σε αυτούς περιλαμβάνονται:
-
Κάπνισμα: Το κάπνισμα μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καρκίνου της ουροδόχου κύστης, καθώς προκαλεί τη συσσώρευση επιβλαβών χημικών ουσιών στα ούρα. Οι ουσίες αυτές μπορεί να προκαλέσουν βλάβες στο εσωτερικό τοίχωμα της ουροδόχου κύστης, αυξάνοντας τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου.
-
Ηλικία: Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, ωστόσο είναι συχνότερος στους ηλικιωμένους.
-
Φύλο: Οι άνδρες έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν καρκίνο της ουροδόχου κύστης σε σύγκριση με τις γυναίκες.
-
Έκθεση σε ορισμένες χημικές ουσίες: Η συχνή ή παρατεταμένη έκθεση σε συγκεκριμένες χημικές ουσίες μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο. Σε αυτές περιλαμβάνονται το αρσενικό, καθώς και χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή βαφών, καουτσούκ, δέρματος, υφασμάτων και προϊόντων βαφής.
-
Ορισμένες θεραπείες για τον καρκίνο: Η θεραπεία με το αντικαρκινικό φάρμακο κυκλοφωσφαμίδη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου της ουροδόχου κύστης. Αυξημένο κίνδυνο έχουν επίσης τα άτομα που έχουν υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία στην περιοχή της πυέλου.
-
Χρόνια φλεγμονή της ουροδόχου κύστης: Η παρατεταμένη φλεγμονή της ουροδόχου κύστης, γνωστή ως κυστίτιδα, καθώς και οι επίμονες ή επαναλαμβανόμενες ουρολοιμώξεις, μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης πλακώδους καρκινώματος της ουροδόχου κύστης. Αυτό μπορεί να συμβεί, για παράδειγμα, σε περίπτωση μακροχρόνιας χρήσης ουροκαθετήρα. Σε ορισμένες περιοχές του κόσμου, το πλακώδες καρκίνωμα της ουροδόχου κύστης συνδέεται με χρόνια φλεγμονή που προκαλείται από παρασιτική λοίμωξη, γνωστή ως σχιστοσωμίαση.
-
Ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό καρκίνου: Όσοι έχουν εμφανίσει καρκίνο της ουροδόχου κύστης στο παρελθόν έχουν αυξημένη πιθανότητα να εμφανίσουν ξανά τη νόσο. Επίσης, εάν ένας συγγενής πρώτου βαθμού, όπως γονέας, αδελφός ή παιδί, έχει εμφανίσει καρκίνο της ουροδόχου κύστης, μπορεί να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος. Το σύνδρομο Lynch είναι μια κληρονομική πάθηση που μπορεί επίσης να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης ουροθηλιακού καρκίνου.
Πηγές: BBC, University of Birmingham, Mayo Clinic





