Για τους ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο του πνεύμονα, κάθε λεπτομέρεια στη θεραπεία έχει σημασία. Νέα έρευνα έρχεται να δείξει ότι ακόμη και η ώρα της ημέρας που χορηγείται η θεραπεία μπορεί να επηρεάσει την πορεία της νόσου.
Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature Medicine, ασθενείς που έλαβαν ανοσο-χημειοθεραπεία πριν τις 3 το μεσημέρι παρουσίασαν σημαντικά πιο αργή εξέλιξη της νόσου και μεγαλύτερη επιβίωση σε σύγκριση με όσους υποβλήθηκαν στη θεραπεία αργότερα μέσα στην ημέρα.
Η τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης 3 περιέλαβε 210 ασθενείς με προχωρημένο μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, οι οποίοι δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: όσους έκαναν τη θεραπεία τους πριν τις 15:00 και όσους την έκαναν μετά τις 15:00.
Μετά από σχεδόν 29 μήνες παρακολούθησης, τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά:
-
Η νόσος παρέμεινε υπό έλεγχο για 11,3 μήνες κατά μέσο όρο στην «πρωινή» ομάδα, έναντι 5,7 μηνών στην «απογευματινή».
-
Η συνολική επιβίωση ήταν 28 μήνες για όσους θεραπεύτηκαν νωρίς, σε σύγκριση με 16,8 μήνες για τους υπόλοιπους.
-
Το ποσοστό ανταπόκρισης στη θεραπεία έφτασε το 69,5% στην πρώιμη ομάδα, έναντι 56,2% στη δεύτερη.
Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν παρατηρήθηκαν περισσότερες σοβαρές παρενέργειες στους ασθενείς που έλαβαν τη θεραπεία νωρίς.
Γιατί μπορεί να συμβαίνει αυτό;
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η εξήγηση σχετίζεται με το κιρκάδιο ρολόι του οργανισμού μας. Το ανοσοποιητικό σύστημα δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο όλο το 24ωρο.
Στη μελέτη, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία νωρίς μέσα στη μέρα είχαν:
-
περισσότερα ενεργά CD8⁺ Τ-κύτταρα στο αίμα
-
καλύτερη «ποιότητα» ανοσολογικής απόκρισης απέναντι στον καρκίνο
Αυτό θα μπορούσε να κάνει την ανοσοθεραπεία πιο αποτελεσματική όταν χορηγείται τις ώρες που το ανοσοποιητικό βρίσκεται σε μεγαλύτερη ετοιμότητα.
Τι σημαίνει αυτό για τους ασθενείς
Αν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν και σε άλλες χώρες, η απλή αναπροσαρμογή του προγράμματος των θεραπειών θα μπορούσε να βελτιώσει τα αποτελέσματα χωρίς επιπλέον κόστος ή φάρμακα.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι χρειάζονται περισσότερες μελέτες για να επιβεβαιωθούν τα οφέλη στη μακροχρόνια επιβίωση και σε διαφορετικούς πληθυσμούς, καθώς η συγκεκριμένη μελέτη έγινε αποκλειστικά στην Κίνα.





