Η τακτική άσκηση αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους «συμμάχους» της σωματικής και ψυχικής υγείας. Ωστόσο, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και ιδιαίτερα σε περιόδους υψηλών θερμοκρασιών, η γυμναστική χρειάζεται σωστό προγραμματισμό, καθώς η έκθεση στη ζέστη μπορεί να επιβαρύνει σημαντικά τον οργανισμό και να αυξήσει τον κίνδυνο θερμικής εξάντλησης ή θερμοπληξίας.
Ποιες είναι, λοιπόν, οι κατάλληλες ώρες για άσκηση το καλοκαίρι; Πόσο έντονα μπορούμε να γυμναζόμαστε όταν ο υδράργυρος ανεβαίνει και ποιες ομάδες χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή;
Απαντήσεις δίνει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο καθηγητής του ΤΕΦΑΑ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Αθανάσιος Παπαϊωάννου, ο οποίος τονίζει ότι η προσαρμογή της άσκησης στις καιρικές συνθήκες είναι απαραίτητη για την ασφάλεια όλων.
Ποιες ώρες είναι κατάλληλες για άσκηση;
Όπως επισημαίνει ο καθηγητής, κατά τις ημέρες με υψηλές θερμοκρασίες η άσκηση θα πρέπει να γίνεται κατά προτίμηση τις πρώτες πρωινές ώρες, έως περίπου τις 8:00-9:00.
Από τις 11:00 το πρωί έως τις 7:00 το απόγευμα –ή και αργότερα όταν η θερμική αίσθηση παραμένει στους 30°C ή υψηλότερα– συνιστάται η άσκηση να πραγματοποιείται μόνο σε κλιματιζόμενους χώρους.
Για όσους επιλέγουν να γυμναστούν σε εξωτερικό περιβάλλον, ο κ. Παπαϊωάννου υπογραμμίζει ότι όταν η θερμική αίσθηση κυμαίνεται μεταξύ 26 και 30 βαθμών Κελσίου είναι προτιμότερη μόνο ήπια δραστηριότητα στη σκιά, όπως ένα χαλαρό περπάτημα.
Αντίθετα, η άσκηση μέτριας έντασης –εκείνη δηλαδή που αυξάνει αισθητά τους καρδιακούς παλμούς– είναι ασφαλέστερο να πραγματοποιείται όταν η θερμοκρασία βρίσκεται κάτω από τους 25-26°C.
Οι ομάδες που χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο καθηγητής στους ηλικιωμένους και στις ευπαθείς ομάδες, οι οποίοι εμφανίζουν μειωμένη ικανότητα θερμορύθμισης.
Όπως εξηγεί, πολλοί μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι –αλλά και αρκετοί ενήλικες που δεν το γνωρίζουν– έχουν μειωμένη εφίδρωση, ασθενέστερη αίσθηση δίψας και επιβαρυμένο καρδιαγγειακό σύστημα, ενώ ορισμένα φάρμακα μπορούν επίσης να επηρεάσουν την ικανότητα του οργανισμού να αντιμετωπίζει τη ζέστη.
Εξίσου ευάλωτα είναι και τα μικρά παιδιά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα παιδιά θα πρέπει να αποφεύγουν την άσκηση μέτριας ή υψηλής έντασης όταν η θερμοκρασία ξεπερνά τους 30°C. Όταν η θερμοκρασία κυμαίνεται μεταξύ 25 και 29°C, η άσκηση θα πρέπει να γίνεται σε σκιερό περιβάλλον, με συχνή ενυδάτωση.
Η άσκηση ωφελεί σώμα και ψυχική υγεία
Ο κ. Παπαϊωάννου υπενθυμίζει ότι τα οφέλη της φυσικής δραστηριότητας δεν περιορίζονται στη σωματική υγεία.
«Η άσκηση έχει πολλές θετικές επιδράσεις στη σωματική υγεία, όπως στην πρόληψη του διαβήτη, των καρδιοπαθειών, πολλών μορφών καρκίνου, στην πρόληψη των πτώσεων και πολλών ακόμη παθήσεων. Ως ψυχολόγος της άσκησης θα υπενθυμίσω και τα οφέλη στην ψυχική υγεία, στις ενδορφίνες αλλά και σε νευροδιαβιβαστές στον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το αίσθημα της χαρούμενης διάθεσης και να μειώνεται η αίσθηση αρνητικών συναισθημάτων όπως το άγχος», αναφέρει.
Όπως προσθέτει, τα οφέλη για την ψυχική υγεία γίνονται ακόμη μεγαλύτερα όταν η άσκηση πραγματοποιείται μέσα σε ένα υποστηρικτικό κοινωνικό περιβάλλον.
«Η ψυχική υγεία μπορεί να βελτιωθεί ακόμη περισσότερο, όταν οποιαδήποτε μορφή άσκησης γίνεται εντός ενός υποστηρικτικού κοινωνικού περιβάλλοντος, με φίλους ή συγγενείς που επικοινωνούν με θετικό, υποστηρικτικό και ευχάριστο τρόπο μεταξύ τους», σημειώνει.
Η άσκηση ως «φάρμακο» για το άγχος και την κατάθλιψη
Ο καθηγητής υπενθυμίζει ότι και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει την άσκηση ως σημαντικό παράγοντα για τη βελτίωση της σωματικής αλλά και της ψυχικής υγείας.
Όπως αναφέρει, η φυσική δραστηριότητα συμβάλλει στη χαλάρωση, στη βελτίωση της ποιότητας του ύπνου και της ποιότητας ζωής, ενώ χρησιμοποιείται συμπληρωματικά και στη διαχείριση ψυχικών διαταραχών, όπως η κατάθλιψη και το άγχος.
Παράλληλα, επισημαίνει ένα σημαντικό παράδοξο:
«Δυστυχώς γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι που έχουν άγχος και κατάθλιψη έχουν μικρότερες πιθανότητες να ασκηθούν απ' ό,τι οι άνθρωποι χωρίς άγχος.»
Για τον λόγο αυτό θεωρεί ότι οι γιατροί θα πρέπει να ενθαρρύνουν συστηματικά τους ασθενείς να εντάξουν την άσκηση στη θεραπευτική τους αντιμετώπιση, με τη βοήθεια ειδικών και ψυχολόγων της άσκησης, ώστε το πρόγραμμα να είναι προσαρμοσμένο στις δυνατότητες και τις ανάγκες κάθε ανθρώπου.
Ο ρόλος της αθλητικής ψυχολογίας
Αναφερόμενος στη σημασία της αθλητικής ψυχολογίας, ο κ. Παπαϊωάννου εξηγεί ότι η ψυχολογική κατάσταση επηρεάζει σημαντικά τόσο την αθλητική απόδοση όσο και την καθημερινή διάθεση για άσκηση.
«Πολλές φορές οι αθλητές έχουν δίκιο όταν αποδίδουν την κακή τους επίδοση στην κακή ψυχολογία. Επίσης πολλές φορές αρνούμαστε να πάμε να ασκηθούμε, έστω κι αν πρόκειται για έναν απλό περίπατο, επικαλούμενοι κακή διάθεση.»
Όπως σημειώνει, η «κακή ψυχολογία» αποτελεί στην πραγματικότητα ένα σύνολο αρνητικών σκέψεων και συναισθημάτων που επηρεάζουν την αντίληψη, τη συγκέντρωση, τη λήψη αποφάσεων και τελικά την απόδοση.
«Ο ρόλος των αθλητικών ψυχολόγων είναι να βοηθήσουν τους αθλούμενους να αναδομήσουν τις αρνητικές σκέψεις σε θετικές και να ελέγξουν τα συναισθήματά τους ώστε να έχουν "καθαρό μυαλό" πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον αγώνα ή την άσκηση», αναφέρει.
Η παιδική παχυσαρκία και η ανάγκη για περισσότερη κίνηση
Ο καθηγητής χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ανησυχητικά τα υψηλά ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας στην Ελλάδα, τα οποία αποδίδει τόσο στη σημαντική μείωση της φυσικής δραστηριότητας όσο και στην εγκατάλειψη της μεσογειακής διατροφής υπέρ των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων.
Όπως υπογραμμίζει, είναι απαραίτητο γονείς και Πολιτεία να ενημερώσουν τα παιδιά για τη σημασία του αθλητισμού στην υγεία και στην ψυχοκοινωνική τους ανάπτυξη.
Υπενθυμίζει επίσης ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συστήνει στα παιδιά και τους εφήβους τουλάχιστον επτά ώρες την εβδομάδα άσκησης μέτριας έως υψηλής έντασης.
Όπως επισημαίνει, η τακτική φυσική δραστηριότητα συμβάλλει όχι μόνο στη σωματική και ψυχική υγεία, αλλά και στη βελτίωση των γνωστικών λειτουργιών, της σχολικής επίδοσης και της ανάπτυξης σημαντικών κοινωνικών δεξιοτήτων.
Παράλληλα, ζητά να ενισχυθούν οι χώροι άθλησης στα σχολεία και να αναβαθμιστεί ο ρόλος του μαθήματος της Φυσικής Αγωγής στην εκπαιδευτική διαδικασία.





