Μια νέα αλλά μικρή μελέτη ερευνητών του Πανεπιστημίου Emory φέρνει στο προσκήνιο έναν πιθανό συσχετισμό ανάμεσα στην υψηλή ημερήσια πρόσληψη βιταμίνης D, την ποιότητα του ύπνου και τη γνωστική λειτουργία σε άτομα με ήπια γνωστική εξασθένηση.
Τα ευρήματα της μελέτης που δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική επιστημονική επιθεώρηση Science Direct αφορούν μια ομάδα ανθρώπων που αντιμετωπίζει προβλήματα ύπνου και παρουσιάζει αυξημένο κίνδυνο γνωστικής επιδείνωσης. Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα δείχνουν συσχέτιση και δεν αποδεικνύουν ότι η λήψη βιταμίνης D μπορεί από μόνη της να προλάβει ή να αναστρέψει την άνοια.
Νευρικό σύστημα, ύπνος και βιταμίνη D
Η βιταμίνη D αποτελεί απαραίτητο θρεπτικό συστατικό για τον οργανισμό, καθώς συμβάλλει μεταξύ άλλων στη φυσιολογική λειτουργία των μυών και του νευρικού συστήματος. Παράλληλα, έχει μελετηθεί για πιθανές επιδράσεις στον ύπνο και στους φυσιολογικούς κύκλους ύπνου-αφύπνισης.
Οι διαταραχές ύπνου είναι συχνές σε ανθρώπους με γνωστικές διαταραχές. Σύμφωνα με τους ερευνητές, σχεδόν οι μισοί άνθρωποι με ήπια γνωστική εξασθένηση αντιμετωπίζουν προβλήματα ύπνου, ενώ διαταραχές του ύπνου αναφέρονται επίσης συχνά σε άτομα με μέτρια έως σοβαρή νόσο Αλτσχάιμερ.
Η σχέση φαίνεται να είναι σύνθετη, καθώς η κακή ποιότητα ή η έλλειψη ύπνου έχει συνδεθεί με γνωστικές δυσκολίες, ενώ η ίδια η γνωστική εξασθένηση μπορεί να συνοδεύεται από διαταραχές του ύπνου.
Τι έδειξε η μελέτη
Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής τη Δρ. Βικτόρια Πακ από το Πανεπιστήμιο Emory, εξέτασε 54 άτομα με διαγνωσμένη ή πιθανή ήπια γνωστική εξασθένηση, τα οποία παρουσίαζαν παράλληλα προβλήματα ύπνου.
Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν στο Montreal Cognitive Assessment (MoCA), ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο εργαλείο για την αξιολόγηση γνωστικών λειτουργιών. Παράλληλα, μέσω ερωτηματολογίου ανέφεραν εάν και σε ποια ποσότητα χρησιμοποιούσαν συμπληρώματα βιταμίνης D.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα άτομα που δήλωσαν πως λάμβαναν τουλάχιστον 5.000 διεθνείς μονάδες (IU) βιταμίνης D την ημέρα είχαν υψηλότερες επιδόσεις στο συγκεκριμένο γνωστικό τεστ σε σύγκριση με όσους δεν λάμβαναν συμπλήρωμα.
Η διαφορά μεταξύ D2 και D3
Η ανάλυση εξέτασε επίσης τη μορφή της βιταμίνης D που λάμβαναν οι συμμετέχοντες. Οι ερευνητές δεν εντόπισαν σημαντική διαφορά στις γνωστικές επιδόσεις ανάλογα με το εάν το συμπλήρωμα περιείχε βιταμίνη D2 ή D3.
Η D2 συνδέεται συνήθως με φυτικές και μυκητιακές πηγές, ενώ η D3 παράγεται φυσιολογικά στον οργανισμό μετά την έκθεση στον ήλιο και βρίσκεται επίσης σε ορισμένα τρόφιμα ζωικής προέλευσης.
Πιθανό «παράθυρο» παρέμβασης
Η Δρ. Πακ και οι συνεργάτες της υπογραμμίζουν ότι η συνύπαρξη ήπιας γνωστικής εξασθένησης και διαταραχών ύπνου μπορεί να αποτελεί ένα σημαντικό στάδιο για την έγκαιρη αναγνώριση παραγόντων που ενδέχεται να επηρεάζουν την υγεία του εγκεφάλου.
Όπως επισημαίνουν, η αναζήτηση τροποποιήσιμων παραγόντων, όπως η πρόσληψη βιταμίνης D, μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία καθώς αυξάνεται το ενδιαφέρον για παρεμβάσεις στα πρώιμα στάδια της γνωστικής έκπτωσης.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη μελέτη είναι μικρή και βασίστηκε στην αυτοαναφερόμενη χρήση συμπληρωμάτων. Επομένως, τα αποτελέσματά της δεν αρκούν για να αποδειχθεί ότι υψηλές δόσεις βιταμίνης D βελτιώνουν τη μνήμη ή μειώνουν τον κίνδυνο Αλτσχάιμερ.





