Ενθαρρυντικά στοιχεία ότι ήδη εγκεκριμένα εμβόλια κατά του ιού Έμπολα ενδέχεται να προσφέρουν προστασία και απέναντι στο στέλεχος Bundibugyo (BDBV), για το οποίο δεν υπάρχει σήμερα ειδικά αδειοδοτημένο εμβόλιο, παρουσιάζει νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο New England Journal of Medicine.
Το στέλεχος Bundibugyo είναι ιδιαίτερα μεταδοτικό και έχει προκαλέσει αρκετές επιδημίες από το 2007, μεταξύ των οποίων και οι πρόσφατες εξάρσεις στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και την Ουγκάντα το 2026. Ο ιός προκαλεί σοβαρό αιμορραγικό πυρετό, προσβάλλοντας πολλαπλά όργανα, καταστρέφοντας τα αιμοφόρα αγγεία και οδηγώντας σε βαριές επιπλοκές, όπως αιμορραγία και καταπληξία (σοκ).
Οι ερευνητές διερεύνησαν εάν τα ήδη διαθέσιμα εμβόλια που έχουν αναπτυχθεί για το συχνότερο στέλεχος Zaire ebolavirus θα μπορούσαν να ενεργοποιήσουν ανοσολογική απόκριση και έναντι του Bundibugyo.
Διασταυρούμενη ανοσία
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι, παρότι τα υπάρχοντα εμβόλια είχαν σχεδιαστεί αποκλειστικά για το στέλεχος Zaire, ενεργοποίησαν ανοσολογικούς μηχανισμούς που επέτρεψαν στον οργανισμό να αναγνωρίζει και το Bundibugyo.
Συγκεκριμένα, προκάλεσαν την παραγωγή διασταυρούμενων αντισωμάτων, τα οποία μπορούσαν να αναγνωρίσουν και να προσδεθούν στις πρωτεΐνες του Bundibugyo, παρότι δεν είχαν σχεδιαστεί ειδικά για αυτό. Η ανοσολογική αυτή απόκριση παρατηρήθηκε τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες.
Πώς μεταδίδεται ο Έμπολα
Ο ιός αυτός θεωρείται ότι μεταδίδεται αρχικά από νυχτερίδες που τρέφονται με φρούτα, οι οποίες αποτελούν τη φυσική δεξαμενή του ιού, προς τον άνθρωπο μέσω επαφής με μολυσμένα άγρια ζώα, όπως χιμπαντζήδες, πίθηκοι και αντιλόπες.
Αφού εισέλθει στον ανθρώπινο οργανισμό, επιτίθεται στο ανοσοποιητικό σύστημα, προκαλώντας εκτεταμένη ιστική βλάβη, έντονη φλεγμονή και αιμορραγικό πυρετό. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες εσωτερικές αιμορραγίες και πολυοργανική ανεπάρκεια.
Η νόσος αρχίζει συνήθως με συμπτώματα που μοιάζουν με γρίπη. Από τη στιγμή που εμφανιστούν τα συμπτώματα, ο ασθενής είναι ιδιαίτερα μεταδοτικός και ο ιός μεταδίδεται μέσω στενής επαφής με σωματικά υγρά μολυσμένων ατόμων. Για τον λόγο αυτό, οι επαγγελματίες υγείας συγκαταλέγονται συχνά μεταξύ των ατόμων που μολύνονται κατά τη φροντίδα ασθενών.
Ανάλυση δειγμάτων από προηγούμενη κλινική μελέτη
Για να αξιολογήσουν την πιθανή προστασία, οι επιστήμονες δεν πραγματοποίησαν νέο εμβολιασμό. Αντίθετα, ανέλυσαν 179 δείγματα αίματος από παιδιά και ενήλικες της Δυτικής Αφρικής, τα οποία είχαν συλλεχθεί στο πλαίσιο της μεγάλης κλινικής μελέτης PREVAC.
Οι συμμετέχοντες είχαν λάβει ένα από δύο εγκεκριμένα εμβολιαστικά σχήματα κατά του Έμπολα:
- το εμβόλιο rVSV, σε μία ή δύο δόσεις,
- ή το διδοσικό σχήμα Ad26.MVA.
Οι ερευνητές εξέτασαν δείγματα που είχαν ληφθεί 28 ημέρες και τρεις μήνες μετά τον εμβολιασμό, ώστε να αξιολογήσουν την εξέλιξη της ανοσιακής απόκρισης.
Τα αντισώματα αναγνώρισαν και το Bundibugyo
Με τη χρήση εξειδικευμένης εργαστηριακής τεχνικής (multiplex Luminex assay), οι επιστήμονες εξέτασαν εάν τα αντισώματα που είχαν παραχθεί έναντι του στελέχους Zaire μπορούσαν να αναγνωρίσουν και την επιφανειακή γλυκοπρωτεΐνη του Bundibugyo.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι και τα δύο εμβολιαστικά σχήματα παρήγαγαν αντισώματα που συνδέονταν με τον ιό Bundibugyo. Αν και η ανοσολογική απόκριση ήταν ασθενέστερη σε σχέση με εκείνη που παρατηρήθηκε έναντι του στελέχους Zaire, τα αντισώματα παρέμεναν σαφώς ανιχνεύσιμα.
Για το εμβόλιο rVSV, τα αντισώματα ήταν ανιχνεύσιμα ήδη από τις 28 ημέρες και διατηρήθηκαν και στους τρεις μήνες. Στην περίπτωση του Ad26.MVA, η ανοσιακή απόκριση ήταν ακόμη ισχυρότερη στους τρεις μήνες σε σύγκριση με τον πρώτο μήνα μετά τον εμβολιασμό.
Απαιτούνται περαιτέρω μελέτες
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα αποδεικνύουν πως τα υπάρχοντα εμβόλια μπορούν να προκαλέσουν αντισώματα που αναγνωρίζουν το Bundibugyo, ωστόσο δεν έχει ακόμη αποδειχθεί ότι αυτά τα αντισώματα αρκούν για να προστατεύσουν από τη νόσο.
Όπως σημειώνουν, προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι τα επίπεδα αντισωμάτων έναντι της γλυκοπρωτεΐνης του Έμπολα συνδέονται με την προστασία μετά τον εμβολιασμό, γεγονός που ενισχύει την αισιοδοξία ότι τα ήδη διαθέσιμα εμβόλια θα μπορούσαν να προσφέρουν έστω μερική προστασία και απέναντι στο Bundibugyo.
Οι συγγραφείς τονίζουν ότι απαιτούνται επιπλέον εργαστηριακές μελέτες και κλινικές δοκιμές, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν τα εμβόλια που υπάρχουν ήδη στα διεθνή αποθέματα μπορούν να αξιοποιηθούν άμεσα για την προστασία πληθυσμών που απειλούνται από τις τρέχουσες επιδημίες του συγκεκριμένου στελέχους.
Πηγή: Medical Xpress





