Η χρονική στιγμή κατά την οποία μια γυναίκα ξεκινά ορμονοθεραπεία για τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο στην καρδιαγγειακή της υγεία, σύμφωνα με νέα μελέτη από ερευνητές του Virginia Commonwealth University και του University of Pittsburgh.
Η ανάλυση δεδομένων 20 ετών από γυναίκες με εξάψεις και νυχτερινές εφιδρώσεις έδειξε ότι όσες ξεκίνησαν ορμονοθεραπεία κατά την περιεμμηνόπαυση ή την πρώιμη μετεμμηνόπαυση είχαν 22% χαμηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων σε σύγκριση με γυναίκες που δεν έλαβαν θεραπεία. Η συσχέτιση ήταν ακόμη ισχυρότερη στις γυναίκες που ξεκίνησαν τη θεραπεία μέσα σε 10 χρόνια από την έναρξη της εμμηνόπαυσης, ενώ το μεγαλύτερο όφελος καταγράφηκε στις μαύρες γυναίκες.
Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο JAMA Internal Medicine, προσθέτουν νέα στοιχεία στη συζήτηση για το λεγόμενο «παράθυρο ευκαιρίας» κατά την εμμηνόπαυση και τον πιθανό ρόλο του χρόνου έναρξης της ορμονοθεραπείας στην καρδιαγγειακή υγεία.
Οι ερευνητές, ωστόσο, τονίζουν ότι τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν ότι η ορμονοθεραπεία πρέπει να χρησιμοποιείται για την πρόληψη καρδιαγγειακών παθήσεων. Η μελέτη ήταν παρατηρησιακή και δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Επιπλέον, τα πιθανά οφέλη πρέπει να σταθμίζονται έναντι των κινδύνων της θεραπείας, μεταξύ των οποίων ο αυξημένος κίνδυνος καρκίνου του μαστού που έχει συσχετιστεί με μεγαλύτερη διάρκεια χρήσης.
Η σύγχυση γύρω από την ορμονοθεραπεία
Οι αγγειοκινητικές διαταραχές, όπως οι εξάψεις και οι νυχτερινές εφιδρώσεις, επηρεάζουν έως και το 80% των γυναικών κατά τη μετάβαση στην εμμηνόπαυση. Τα συμπτώματα διαρκούν κατά μέσο όρο επτά έως 10 χρόνια, με τη συχνότητα και την έντασή τους να αυξάνονται κατά την περιεμμηνόπαυση και να κορυφώνονται συνήθως στην πρώιμη μετεμμηνόπαυση.
Η ορμονοθεραπεία, που αναπληρώνει οιστρογόνα και προγεστερόνη, αποτελεί την πιο αποτελεσματική θεραπεία για την αντιμετώπιση των εξάψεων και άλλων αγγειοκινητικών συμπτωμάτων. Ωστόσο, μελέτες της Women's Health Initiative στις αρχές της δεκαετίας του 2000 προκάλεσαν έντονη ανησυχία για πιθανές επιπτώσεις σε καρδιαγγειακά νοσήματα, εγκεφαλικό και καρκίνο του μαστού, οδηγώντας σε σημαντική επιφυλακτικότητα.
Νεότερες έρευνες δείχνουν ότι οι επιδράσεις της ορμονοθεραπείας στην καρδιά και τα αγγεία μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία και το πότε ξεκινά η θεραπεία.
Πώς επηρεάζει η έγκαιρη έναρξη τον καρδιαγγειακό κίνδυνο
Για να εξετάσουν το ζήτημα, οι ερευνητές από το VCU και το University of Pittsburgh ανέλυσαν στοιχεία της μελέτης Study of Women's Health Across the Nation (SWAN), της μεγαλύτερης και μακροβιότερης αμερικανικής μελέτης παρατήρησης για τις επιπτώσεις της μετάβασης στην εμμηνόπαυση.
Η ανάλυση περιλάμβανε περισσότερες από 2.700 γυναίκες με αγγειοκινητικά συμπτώματα, οι οποίες δεν είχαν προηγουμένως εμφανίσει καρδιαγγειακά συμβάματα. Οι ερευνητές εξέτασαν δεδομένα που συλλέχθηκαν από το 1997 έως το 2017 και συνέκριναν γυναίκες που ξεκίνησαν ορμονοθεραπεία με εκείνες που δεν έλαβαν θεραπεία.
Η έναρξη ορμονοθεραπείας κατά την περιεμμηνόπαυση ή την πρώιμη μετεμμηνόπαυση συσχετίστηκε με 22% χαμηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβαμάτων, όπως εγκεφαλικό επεισόδιο, καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα και ανάγκη επαναιμάτωσης.
Ο χρόνος έναρξης φάνηκε να έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι γυναίκες που ξεκίνησαν θεραπεία μέσα σε 10 χρόνια από την έναρξη της εμμηνόπαυσης είχαν εκτιμώμενο 27% χαμηλότερο κίνδυνο, ενώ στις μαύρες γυναίκες η αντίστοιχη μείωση έφτασε το 49%.
Αντίθετα, δεν διαπιστώθηκε σαφής μείωση του κινδύνου στις γυναίκες που ξεκίνησαν ορμονοθεραπεία περισσότερα από 10 χρόνια μετά την έναρξη της εμμηνόπαυσης, ούτε στις λευκές γυναίκες και σε άλλες φυλετικές και εθνοτικές ομάδες.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι διαφορές στα καρδιαγγειακά αποτελέσματα ανάλογα με τη φυλή και την εθνικότητα είναι αξιοσημείωτες, ιδιαίτερα καθώς οι μαύρες γυναίκες είναι πιθανότερο να εμφανίζουν σοβαρότερα αγγειοκινητικά συμπτώματα.
Δεν είναι ακόμη σαφές γιατί ο χρόνος έναρξης της ορμονοθεραπείας μπορεί να επηρεάζει διαφορετικά τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Μία πιθανή εξήγηση αφορά τις αλλαγές στην υγεία των αγγείων που συμβαίνουν με την ηλικία.
Οι ειδικοί τονίζουν, πάντως, ότι τα ευρήματα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή. Οι γυναίκες που επιλέγουν ορμονοθεραπεία μπορεί να διαφέρουν από εκείνες που δεν τη λαμβάνουν σε παράγοντες όπως η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και άλλα χαρακτηριστικά που δεν μπορούν να ελεγχθούν πλήρως σε μια μελέτη παρατήρησης.
Για τον λόγο αυτό, απαιτούνται ειδικά σχεδιασμένες κλινικές δοκιμές σε γυναίκες μέσης ηλικίας με αγγειοκινητικά συμπτώματα, ώστε να αποσαφηνιστεί καλύτερα ο ρόλος της χρονικής στιγμής έναρξης της ορμονοθεραπείας στην καρδιαγγειακή υγεία.
Πηγή: Medscape





