Στις ΗΠΑ, εκτιμάται ότι το 82% των ζευγαριών κοιμούνται μαζί. Το να μοιράζεστε ένα κρεβάτι με τον σύντροφό σας συχνά θεωρείται ουσιαστικό μέρος μιας ρομαντικής σχέσης. Αλλά έχετε αναρωτηθεί ποτέ αν ο ύπνος χωριστά μπορεί στην πραγματικότητα να είναι καλύτερος για την υγεία σας, θέτει το ερώτημα η Δρ.Boubert.
Ύπνος: Ένα μεταβαλλόμενο μοτίβο
Ο ποιοτικός ύπνος είναι απαραίτητος τόσο για τη σωματική όσο και για την ψυχική υγεία. Πράγμα όχι και τόσο παράξενο αν αναλογιστούμε ότι οι περισσότεροι ενήλικες κοιμόμαστε περίπου 6-9 ώρες σε κάθε 24ωρο, οπότε είναι προφανές ότι η ποιότητα του ύπνου μας μπορεί να έχει σημαντική επίδραση στην ευεξία μας.
Στην πραγματικότητα, ο τρόπος με τον οποίο κοιμόμαστε επηρεάζεται από την ιστορική περίοδο που διανύουμε αλλά και από στοιχεία του πολιτισμού μας.
Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, η συγκοίμηση στον ίδιο χώρο μαζί με τον σύντροφο, τα παιδιά, μέλη της ευρύτερης οικογένειας ή ακόμα και κατοικίδια ήταν συνηθισμένος. Ωστόσο, η ανακάλυψη των μικροβίων και οι αυξανόμενες ανησυχίες για την υγιεινή οδήγησαν σε ανησυχίες που αφορούσαν στην δυνατότητα ευκολότερης μετάδοσης διαφόρων ασθενειών.
Ο ύπνος σε κοντινή απόσταση μεταξύ των μελών της οικογένειας άρχισε να θεωρείται πιθανός κίνδυνος για την υγεία και μια νέα τάση εμφανίστηκε για τα ζευγάρια, αυτή του να κοιμούνται σε ξεχωριστά κρεβάτια ή ακόμα και σε ξεχωριστά δωμάτια.
Πιο πρόσφατα, το θέμα επανήλθε με τη μορφή τάσης, με διασημότητες να ανακοινώνουν χαριτωμένα «διαζύγια ύπνου» από τους συντρόφους τους στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης - αλλά έχουν δίκιο;
Η ανατομία του -κοινού- ύπνου
Το να μοιραζόμαστε με κάποιον το κρεβάτι μας κατά τη διάρκεια του ύπνου προσφέρει πολλά οφέλη, σημειώνει η Δρ.Boubert. Ενισχύει την εγγύτητα και τον δεσμό σε ένα ζευγάρι, υποστηρίζοντας την ανάπτυξη οικειότητας.
Έρευνες έχουν δείξει ότι επίσης μπορεί να έχει και σωματικές επιπτώσεις: η αναπνοή και οι καρδιακοί παλμοί των ζευγαριών τείνουν να συγχρονίζονται κατά τη διάρκεια του ύπνου, γεγονός που συμβάλει στο αίσθημα ασφάλειας και προστασίας.
Παράλληλα, όταν κοιμόμαστε με κάποιον το σώμα μας έχει την τάση να αυξάνει την παραγωγή ωκυτοκίνης, της ορμόνης που μεταξύ άλλων προάγει αισθήματα τρυφερότητας και αγάπης, και έτσι τα επίπεδα άγχους μειώνονται και αισθανόμαστε πιο ήρεμοι.
Τα ζευγάρια συχνά αναφέρουν ότι κοιμούνται καλύτερα όταν είναι μαζί παρά χωριστά. Αυτό έχει εξεταστεί όχι μόνο μέσω αυτοαναφορών αλλά και μέσω έρευνας που χρησιμοποιεί εξειδικευμένες μεθόδους παρακολούθησης ύπνου, συμπεριλαμβανομένων εργαστηριακών μελετών ύπνου και φορητών συσκευών παρακολούθησης που μετρούν την κίνηση κατά τη διάρκεια της νύχτας, προσθέτει η ειδικός.
Ωστόσο, τι συμβαίνει εάν ο ύπνος με τον σύντροφο μας αντί να μας κάνει να νιώθουμε καλύτερα προκαλεί το αντίθετο;
Η απενοχοποίηση του κοινού κρεβατιού
Το έτερον μας ήμισυ μπορεί να ροχαλίζει. Να σηκώνεται αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της νύχτας για να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα, να διαβάζει με το φως αναμμένο ή να βλέπει τηλεόραση στο κρεβάτι.
Μπορεί να αντιμετωπίζει κάποια πάθηση που σχετίζεται με τον ύπνο όπως η υπνική άπνοια ή το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών.
Οι ορμονικές αλλαγές μπορούν επίσης να διαδραματίσουν ρόλο, για παράδειγμα οι εξάψεις της εμμηνόπαυσης ή οι νυχτερινές εφιδρώσεις. Η εγκυμοσύνη, η φροντίδα ενός βρέφους ή τα διαφορετικά ωράρια εργασίας και οι βάρδιες, είναι κι αυτοί παράγοντες που διαταράσουν συχνά αυτό που αποτελεί μια συνηθισμένη ρουτίνα ύπνου.
Όταν αυτές οι συνθήκες εμφανίζονται συχνά επηρεάζουν τις βασικές διαδικασίες ύπνου, συμπεριλαμβανομένου του πόσο γρήγορα μας παίρνει ο ύπνος, πόσο συχνά ξυπνάμε κατά τη διάρκεια της νύχτας και για πόση ώρα παραμένουμε κοιμισμένοι χωρίς διακοπή.
Η διαταραχή αυτών των διαδικασιών μπορεί να πυροδοτήσει μια σειρά αρνητικών επιπτώσεων στη γενική σωματική υγεία.
Ο κακός ύπνος μπορεί, για παράδειγμα, να βλάψει το ανοσοποιητικό σύστημα, αυξάνοντας την ευαισθησία σε λοιμώξεις. Μπορεί επίσης να διαταράξει την πέψη και τον μεταβολισμό, επηρεάζοντας τον κίνδυνο αύξησης βάρους και εμφάνισης παθήσεων όπως ο διαβήτης, μέσω της δυσλειτουργίας του μηχανισμού ρύθμισης της ινσουλίνης.
Σε τέτοιες καταστάσεις, το να κοιμόμαστε μόνοι ίσως είναι η λύση, λέει η Δρ.Boubert.
Οι ξεχωριστές “ρυθμίσεις ύπνου” επιτρέπουν σε κάθε άτομο να βελτιστοποιήσει το δικό του περιβάλλον. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει την επιλογή διαφορετικών στρωμάτων ή κλινοσκεπασμάτων, τη ρύθμιση των επιπέδων φωτισμού, τον έλεγχο της θερμοκρασίας του δωματίου ή ακόμα και την αλλαγή των αρωμάτων και της ποιότητας του αέρα στην κρεβατοκάμαρα.
Ο χωριστός ύπνος μπορεί επίσης να υποστηρίξει συνθήκες καλύτερης υγιεινής.
Γιατί η ποιότητα της σχέσης έχει σημασία
Το φυσικό περιβάλλον ύπνου είναι μόνο ένα μέρος της ιστορίας, τονίζει η Δρ.Boubert. Η δυναμική της σχέσης διαδραματίζει επίσης σημαντικό ρόλο.
Τα ζευγάρια που αναφέρουν ότι βρίσκονται σε ευτυχισμένες, υποστηρικτικές σχέσεις τείνουν να βιώνουν συνολικά καλύτερο ύπνο. Αντίθετα, τα άτομα σε δυστυχισμένες σχέσεις συχνά αναφέρουν το αντίθετο.
Η έλλειψη ύπνου μπορεί στη συνέχεια να επιδεινώσει τη συναισθηματική ρύθμιση, να αυξήσει το άγχος, να μειώσει την ανοχή στο στρες και να μειώσει την ενσυναίσθηση. Αυτές οι επιπτώσεις δημιουργούν έναν αρνητικό κύκλο στον οποίο ο κακός ύπνος τελικά συμβάλλει στη δημιουργία περαιτέρω έντασης στη σχέση.
Αν και ο ύπνος σε χωριστά κρεβάτια θεωρείται μερικές φορές ως ένδειξη προβλήματος, αυτό δεν ισχύει απαραίτητα. Για την ακρίβεια, σύμφωνα με την ειδικό, εάν η συμπεριφορά ενός συντρόφου διαταράσσει συνεχώς τον ύπνο του άλλου, τα οφέλη για την υγεία που θα προκύψουν από τις ξεχωριστές κρεβατοκάμαρες μπορεί να υπερτερούν κατά πολύ των πιθανών μειονεκτημάτων.
Τελικά, το αν τα ζευγάρια κοιμούνται καλύτερα μαζί ή χωριστά εξαρτάται και από τους δύο συντρόφους.
Για κάποιους το να μοιράζονται το κρεβάτι τους ενισχύει τη σύνδεση και την άνεση. Για άλλους, ένα «διαζύγιο ύπνου» μπορεί απλώς να είναι ένας πρακτικός τρόπος για να διασφαλιστεί ότι όλοι θα έχουν την ξεκούραση που χρειάζονται, καταλήγει η Δρ.Boubert.
Πηγή: THE CONVERSATION





