Σε εξέλιξη βρίσκεται διεθνής προσπάθεια για την επιτάχυνση της ανάπτυξης ενός νέου πειραματικού εμβολίου κατά του σπάνιου στελέχους Bundibugyo του ιού Έμπολα, το οποίο ευθύνεται για τη ραγδαία εξελισσόμενη επιδημία στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Η Hilleman Laboratories, κοινοπραξία με έδρα τη Σιγκαπούρη που δημιουργήθηκε από τη Merck και το φιλανθρωπικό ίδρυμα Wellcome, ανακοίνωσε ότι προετοιμάζεται να ξεκινήσει την παραγωγή δόσεων του υποψήφιου εμβολίου.
Η πρωτοβουλία υποστηρίζεται με χρηματοδότηση έως και 8,5 εκατ. δολαρίων από τον διεθνή οργανισμό Coalition for Epidemic Preparedness Innovations (CEPI).
Ανησυχία για την ταχεία εξάπλωση της επιδημίας
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, έως τις 29 Ιουλίου η επιδημία στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό είχε προκαλέσει 3.360 κρούσματα και 1.487 θανάτους.
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει εγκεκριμένο εμβόλιο ούτε ειδική θεραπεία για το συγκεκριμένο στέλεχος του ιού.
Ο διευθύνων σύμβουλος του CEPI, Richard Hatchett, προειδοποίησε ότι η κατάσταση εξελίσσεται ταχύτατα.
«Με τα κρούσματα του ιού Bundibugyo να αυξάνονται με ανησυχητική ταχύτητα, η επιδημία μετατρέπεται γρήγορα σε ανθρωπιστική κρίση», δήλωσε.
Και πρόσθεσε: "Δεν υπάρχει σήμερα εγκεκριμένο εμβόλιο κατά του συγκεκριμένου ιού, γι' αυτό προωθούμε επειγόντως τα υποψήφια εμβόλια στις κλινικές δοκιμές.»
Πότε αναμένονται οι πρώτες δοκιμές
Το νέο εμβόλιο αναπτύχθηκε από το International AIDS Vaccine Initiative (IAVI) και τον περασμένο Μάιο ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) το χαρακτήρισε ως το πιο ελπιδοφόρο υποψήφιο εμβόλιο για το στέλεχος Bundibugyo.
Βασίζεται στην ίδια τεχνολογία rVSV που χρησιμοποιείται στο ήδη εγκεκριμένο εμβόλιο της Merck, το οποίο όμως προστατεύει από το πιο συχνό στέλεχος Zaire του ιού Έμπολα.
Η Hilleman Laboratories θα χρησιμοποιήσει το βιολογικό υλικό που έχει παραχθεί από το IAVI για την παρασκευή των πρώτων δόσεων που θα χρησιμοποιηθούν στις κλινικές δοκιμές πρώιμης φάσης, ενώ η Merck θα προσφέρει τεχνική και επιστημονική υποστήριξη.
Ο επικεφαλής ανακάλυψης εμβολίων και λοιμωδών νοσημάτων της Merck, Tarit Mukhopadhyay, δήλωσε ότι οι πρώτες δόσεις ενδέχεται να είναι έτοιμες για κλινική αξιολόγηση μέχρι το τέλος του έτους.
Παράλληλες προσπάθειες ανάπτυξης εμβολίων
Το CEPI χρηματοδοτεί και άλλες ερευνητικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του Bundibugyo Ebola.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται:
- υποψήφιο εμβόλιο του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, για το οποίο διατίθενται έως 8,6 εκατ. δολάρια και το οποίο έχει ήδη εισέλθει στην πρώτη φάση κλινικών δοκιμών σε ανθρώπους. Το εμβόλιο βασίζεται στην τεχνολογία ChAdOx1, που χρησιμοποιήθηκε και στο εμβόλιο της Oxford/AstraZeneca κατά της COVID-19, ενώ η παραγωγή του γίνεται από το Serum Institute of India.
- πρόγραμμα έως 50 εκατ. δολαρίων για την ανάπτυξη εμβολίου της Moderna κατά του ίδιου στελέχους.
Σχέδιο για μεγαλύτερη παραγωγή
Σύμφωνα με τη Merck, οι εγκαταστάσεις της Hilleman Laboratories μπορούν να παράγουν δεκάδες χιλιάδες δόσεις, αριθμός που θεωρείται επαρκής για τις αρχικές κλινικές δοκιμές.
Εφόσον απαιτηθεί παραγωγή σε μεγαλύτερη κλίμακα, προβλέπεται η μεταφορά της τεχνολογίας σε μεγαλύτερο κατασκευαστή.
Ο Tarit Mukhopadhyay διευκρίνισε, ωστόσο, ότι τα σχετικά σχέδια δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί.
Παράλληλα δοκιμάζονται νέες θεραπείες
Πέρα από την ανάπτυξη εμβολίων, βρίσκονται σε εξέλιξη και κλινικές δοκιμές νέων θεραπευτικών επιλογών.
Μεταξύ αυτών αξιολογούνται:
- το μονοκλωνικό αντίσωμα MBP134 της Mapp Biopharmaceuticals,
- το αντιικό φάρμακο ρεμντεσιβίρη της Gilead Sciences, τόσο μόνο του όσο και σε συνδυασμό με άλλες θεραπείες.
Παράλληλα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εξετάζει τη διεξαγωγή δοκιμών με το αντίσωμα maftivimab της Regeneron σε συνδυασμό με δύο ακόμη αντισώματα, καθώς και με το από του στόματος αντιικό φάρμακο obeldesivir της Gilead.
Ο επικεφαλής του τομέα εμβολίων της Wellcome, Charlie Weller, τόνισε ότι η διεθνής κοινότητα πρέπει να ενισχύσει τα διαθέσιμα μέσα αντιμετώπισης της νόσου.
«Χρειαζόμαστε επειγόντως περισσότερα εργαλεία απέναντι στο Bundibugyo. Η επιδημία εξελίσσεται σε μια περιοχή που πλήττεται από συγκρούσεις, αστάθεια και περιορισμένους πόρους, γεγονός που καθιστά απαραίτητη μια ολοκληρωμένη προσέγγιση στην αντιμετώπισή της», δήλωσε.
Πηγή: Reuters





