Η έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονίας και αυτοκτονικών σκέψεων, σύμφωνα με νέα έρευνα.
Η περιβαλλοντική ρύπανση έχει ήδη συσχετιστεί με χειρότερη ψυχική υγεία, ωστόσο ο ρόλος της στον κίνδυνο αυτοκτονίας δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Επιστήμονες από το Queen’s University Belfast εξέτασαν κατά πόσο η ατμοσφαιρική, η ηχητική, η φωτεινή και η υδάτινη ρύπανση θα μπορούσαν να επηρεάζουν τον κίνδυνο θανάτου από αυτοκτονία και τις αυτοκτονικές συμπεριφορές.
Η μετα-ανάλυση 29 μελετών έδειξε ότι η έκθεση σε μικροσωματίδια της ατμόσφαιρας και διοξείδιο του αζώτου συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από αυτοκτονία, απόπειρας αυτοκτονίας και αυτοκτονικού ιδεασμού.
Η ανάλυση ακόμη 16 μελετών έδειξε ότι και άλλοι ατμοσφαιρικοί ρύποι, όπως το διοξείδιο του θείου και το όζον, καθώς και η ηχορύπανση, ενδέχεται να συνδέονται με υψηλότερο κίνδυνο. Ωστόσο, τα στοιχεία για τη φωτορύπανση και τη ρύπανση των υδάτων δεν ήταν καταληκτικά.
Οι ερευνητές, η μελέτη των οποίων δημοσιεύθηκε στο Journal of Epidemiology and Community Health, υποστήριξαν ότι η περιβαλλοντική ρύπανση θα μπορούσε να λαμβάνεται υπόψη στις στρατηγικές πρόληψης των αυτοκτονιών.
«Τα ευρήματα αναδεικνύουν την κρίσιμη σημασία της αναγνώρισης των περιβαλλοντικών εκθέσεων ως τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου στις προσπάθειες πρόληψης των αυτοκτονιών», ανέφεραν.
Ωστόσο, ειδικοί ζήτησαν προσοχή στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Ο Dr Jon Van Niekerk, από το Royal College of Psychiatrists, τόνισε ότι η μελέτη δείχνει πιθανή μικρή αύξηση της αυτοκτονικής συμπεριφοράς, χωρίς να αποδεικνύει ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση προκαλεί αυτοκτονικές σκέψεις ή απόπειρες.
Όπως εξήγησε, η ρύπανση συνδέεται στενά με άλλους παράγοντες που επηρεάζουν την ψυχική υγεία, όπως η κοινωνικοοικονομική στέρηση, η αστική διαβίωση, η σωματική υγεία και οι συνθήκες στέγασης.
Περισσότεροι από 720.000 άνθρωποι παγκοσμίως πεθαίνουν κάθε χρόνο από αυτοκτονία, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ενώ η αυτοκτονία αποτελεί την τρίτη συχνότερη αιτία θανάτου στις ηλικίες 15–29 ετών.





