Το αντιβιοτικό κεφεπίμη είναι μια κεφαλοσπορίνη τέταρτης γενιάς που χρησιμοποιείται ευρέως για σοβαρές βακτηριακές λοιμώξεις και εμπύρετη ουδετεροπενία, δηλαδή πυρετό σε ασθενείς με πολύ χαμηλό αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων και φαίνεται να μην έχει ακόμα τρωθεί από την βακτηριακή αντοχή.
Ωστόσο, επιστήμονες εξετάζουν εδώ και χρόνια το ενδεχόμενο να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου. Σε νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο JAMA Network Open, ερευνητές επανεξέτασαν δεδομένα από κλινικές δοκιμές, συγκρίνοντας την κεφεπίμη με άλλα αντιβιοτικά της κατηγορίας των β-λακταμών.
Αναλύοντας περισσότερες από 100 τυχαιοποιημένες μελέτες με 22.608 ασθενείς, υπολόγισαν πιθανότητα 94,4% η κεφεπίμη να συνδέεται με υψηλότερες πιθανότητες θανάτου. Ο θάνατος καταγράφηκε στο 6,6% των ασθενών που έλαβαν κεφεπίμη, έναντι 6,2% στην ομάδα σύγκρισης.
Οι ανησυχίες για την ασφάλεια
Η κεφεπίμη εγκρίθηκε το 1994, όμως οι πρώτες σημαντικές ανησυχίες για την ασφάλειά της διατυπώθηκαν χρόνια αργότερα. Μετα-ανάλυση του 2007 είχε δείξει 26% υψηλότερο σχετικό κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με άλλα β-λακταμικά αντιβιοτικά.
Οι πιθανοί μηχανισμοί αφορούν κυρίως τη δοσολογία: ανεπαρκής έκθεση μπορεί να οδηγήσει σε αποτυχημένη θεραπεία, ενώ υπερβολική έκθεση ενδέχεται να προκαλέσει νευροτοξικότητα, ιδιαίτερα όταν η νεφρική λειτουργία είναι μειωμένη.
Τι δείχνουν τα νέα δεδομένα;
Η νέα συστηματική ανασκόπηση περιέλαβε 110 τυχαιοποιημένες μελέτες, σε ενήλικες και παιδιά. Η αυξημένη πιθανότητα θανάτου εντοπίστηκε μόνο στους ενήλικες, ενώ δεν παρατηρήθηκε αντίστοιχο σήμα στα παιδιά.
Συνολικά, εκτιμήθηκε ότι σε 227 ασθενείς που λαμβάνουν κεφεπίμη αντιστοχεί περίπου ένας επιπλέον θάνατος. Στις 15.411 δημοσιευμένες, αξιολογημένες από ομοτίμους περιπτώσεις, η πιθανότητα αυξημένης θνητότητας έφτασε το 98,6%, με τον αριθμό αυτό να μειώνεται στους 111 ασθενείς.
Η υψηλότερη πιθανότητα κινδύνου καταγράφηκε στην εμπύρετη ουδετεροπενία (96,1%). Οι ερευνητές τονίζουν ότι τα ευρήματα δεν σημαίνουν πως η κεφεπίμη πρέπει να εγκαταλειφθεί, αλλά ότι η πιθανή σχέση με αυξημένη θνητότητα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στις θεραπευτικές οδηγίες.
Μελλοντικές μελέτες θα μπορούσαν να εξετάσουν αν η εξατομίκευση της δοσολογίας και η στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας και της ευαισθησίας των βακτηρίων μπορούν να βελτιώσουν την ασφάλεια.
Πηγή: Medical Xpress

