Στο επίκεντρο έντονης πολιτικής και θεσμικής αντιπαράθεσης βρίσκεται ο τρόπος με τον οποίο ασκείται ο έλεγχος στις ιδιωτικές δομές και στις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας, μετά τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη σε ιδιωτικό ιατρείο.
Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, μέσω κοινοβουλευτικής ερώτησης του βουλευτή Ιωαννίνων και αναπληρωτή γραμματέα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, Ιωάννη Τσίμαρη, ζητά την άμεση ενίσχυση και αναδιοργάνωση των ελεγκτικών μηχανισμών.
Την ίδια στιγμή, η προηγούμενη αιρετή διοίκηση του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου υποστηρίζει ότι είχε ήδη δρομολογήσει εργαλεία για την πιστοποίηση γιατρών και ιατρείων, ενώ ο γενικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδος -ΟΕΝΓΕ, Πάνος Παπανικολάου, εξαπολύει σφοδρή επίθεση στην κυβέρνηση, κάνοντας λόγο για ανεπαρκή εποπτεία και αγνόηση προειδοποιήσεων.
ΠΑΣΟΚ: Ανάγκη «άμεσης αποκατάστασης της ουσιαστικής εποπτείας»
Στην κοινοβουλευτική του ερώτηση προς τον υπουργό Υγείας, ο Ιωάννης Τσίμαρης θέτει στο επίκεντρο τη νομιμότητα λειτουργίας των ιδιωτικών χώρων παροχής υπηρεσιών υγείας, τις ιατρικές πράξεις που πραγματοποιούνται σε αυτούς, αλλά και την επάρκεια των μηχανισμών προληπτικού ελέγχου.
Όπως επισημαίνει, η κατάργηση του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (ΣΕΥΥΠ) το 2019 άλλαξε ριζικά το σύστημα ελέγχου στον χώρο της υγείας.
Σύμφωνα με τον βουλευτή, οι λεγόμενοι «Ράμπο υγείας» πραγματοποιούσαν συστηματικούς, δειγματοληπτικούς αλλά και ελέγχους κατόπιν καταγγελιών σε ιδιωτικές δομές. Όπου διαπιστώνονταν παραβάσεις, μπορούσαν να επιβληθούν κυρώσεις και να υπάρξει παραπομπή στη Δικαιοσύνη.
Ο κ. Τσίμαρης υποστηρίζει ότι μετά τη μεταφορά αρμοδιοτήτων στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας έχουν διατυπωθεί ερωτήματα για την αποδυνάμωση του εξειδικευμένου ελεγκτικού δυναμικού και την υποχώρηση της συστηματικής εποπτείας της αγοράς υγείας.
«Η προστασία της υγείας των πολιτών δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από καταγγελίες ή από ελέγχους που πραγματοποιούνται μετά την εκδήλωση ενός σοβαρού περιστατικού», τονίζει.
Το ΠΑΣΟΚ ζητά από την κυβέρνηση στοιχεία για τους συστηματικούς και δειγματοληπτικούς ελέγχους που έχουν πραγματοποιηθεί από το 2019, τις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν και τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν, καθώς και σύγκριση με την περίοδο πριν από την κατάργηση του ΣΕΥΥΠ.
Παράλληλα, ζητά να διευκρινιστεί πώς αξιοποιείται σήμερα η τεχνογνωσία των πρώην «ράμπο υγείας» και ποιος είναι ο μηχανισμός για τον προληπτικό και αιφνιδιαστικό έλεγχο ιδιωτικών δομών και ιατρικών πράξεων.
Πρώην αιρετή διοίκηση του ΠΙΣ: «Τα εργαλεία είχαν ήδη δρομολογηθεί»
Στη συζήτηση παρεμβαίνει και η προηγούμενη αιρετή διοίκηση του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, η οποία υποστηρίζει ότι είχαν ήδη γίνει θεσμικά βήματα για την ενίσχυση της διαφάνειας και της εποπτείας.
Όπως αναφέρει, μέσω του Εθνικού Μητρώου Ιατρών μπορεί να διαπιστωθεί εάν ένα πρόσωπο είναι γιατρός με άδεια άσκησης επαγγέλματος και ποια ειδικότητα κατέχει.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι είχε ξεκινήσει, σε συνεργασία με το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, η δημιουργία «ψηφιακής ταυτότητας ιατρού», η οποία, στην περίπτωση γιατρών που διατηρούν ιδιωτικό ιατρείο, θα λειτουργούσε ταυτόχρονα ως «ταυτότητα νόμιμου ιατρείου».
Στόχος, σύμφωνα με την ίδια πλευρά, ήταν ο πολίτης να μπορεί να γνωρίζει εάν το ιατρείο που επισκέπτεται είναι πιστοποιημένο και ποια ειδικότητα διαθέτει ο γιατρός.
Η προηγούμενη διοίκηση του ΠΙΣ υποστηρίζει ότι η διαδικασία είχε φτάσει μέχρι το στάδιο του σχεδίου Κοινής Υπουργικής Απόφασης, καταγγέλλοντας ότι στη συνέχεια «η ηγεσία του υπουργείου Υγείας και η ηγεσία του Ιατρικού Συλλόγου Αθήνας πρόβαλαν όψιμα προσκόμματα» που, όπως αναφέρει, οδήγησαν στη ματαίωση της προσπάθειας.
Με αφορμή τις πρόσφατες εξαγγελίες του υπουργού Υγείας για τη δημιουργία εφαρμογής μέσω της οποίας οι πολίτες θα μπορούν να ελέγχουν την άδεια ενός ιατρείου, η ίδια πλευρά υποστηρίζει ότι πρόκειται για ιδέα που είχε ήδη σχεδιαστεί και δρομολογηθεί.
Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι είχε αντιδράσει στη νομοθέτηση της συστέγασης ιατρείων με εμπορικές επιχειρήσεις.
Παπανικολάου: «Η νομοθεσία υπάρχει αλλά δεν εφαρμόζεται»
Ιδιαίτερα σκληρή είναι η κριτική του διευθυντή Νευροχειρουργού του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Νίκαιας και γενικού γραμματέα της ΟΕΝΓΕ, Πάνου Παπανικολάου.
Μιλώντας στον Αθήνα 984, ο κ. Παπανικολάου συνέδεσε την υπόθεση με ένα ευρύτερο ζήτημα, υποστηρίζοντας ότι τα τελευταία χρόνια υπήρξε ανοχή απέναντι σε πρακτικές που χαρακτήρισε επικίνδυνες και αντιεπιστημονικές.
Ο ίδιος έκανε λόγο για «κυβερνητική ανοχή και προώθηση» του λεγόμενου «κομπογιαννιτισμού», υποστηρίζοντας ότι, στο πλαίσιο της προσπάθειας ανάπτυξης του ιατρικού τουρισμού, προωθήθηκαν πρακτικές χωρίς, όπως ανέφερε, την απαιτούμενη επιστημονική και ελεγκτική εποπτεία.
«Φαινόμενα επιτήδειων που ασκούσαν κερδοσκοπικό κομπογιαννιτισμό υπήρχαν πάντοτε. Θα σας θυμίσω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πριν από μερικά χρόνια, ο ΟΚΑΝΑ είχε στραφεί εναντίον ανθρώπων που προωθούσαν επικίνδυνες θεραπείες, τις οποίες παρουσίαζαν ως μεθόδους απεξάρτησης. Είχαν σημειωθεί και τότε θάνατοι και γι' αυτό ο ΟΚΑΝΑ είχε κινηθεί εναντίον τους, είχε κλείσει τις συγκεκριμένες δομές και είχε προσφύγει στη Δικαιοσύνη».
Ο κ. Παπανικολάου υποστήριξε ακόμη:
«Αυτό που έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια είναι ότι, με κεντρική κατεύθυνση της κυβέρνησης και του λεγόμενου επιτελικού κράτους, από το Μαξίμου, επιστρατεύτηκαν υπουργοί, φιλοκυβερνητικοί περιφερειάρχες, ηγεσίες ιατρικών συλλόγων και εκπρόσωποι του μεγαλοκαθηγητικού κατεστημένου, ιδιαίτερα από την Ιατρική του ΕΚΠΑ, προκειμένου να προωθηθεί αυτός ο κομπογιαννιτισμός, με το επιχείρημα ότι πρέπει να ενισχύσουμε τον ιατρικό τουρισμό, επειδή αποτελεί μοχλό ανάπτυξης της χώρας».
Οι προειδοποιήσεις που δεν εισακούστηκαν
Ο γενικός γραμματέας της ΟΕΝΓΕ υποστήριξε ότι υπήρχαν προειδοποιήσεις από επιστημονικούς φορείς και εκπροσώπους του ιατρικού κόσμου για τη χρήση αδόκιμων και επικίνδυνων θεραπειών.
«Υπήρχαν προειδοποιήσεις. Επιστημονικές εταιρείες είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως για τη χρήση αδόκιμων και επικίνδυνων θεραπειών. Η Αιματολογική Εταιρεία, για παράδειγμα, είχε διατυπώσει σχετικές προειδοποιήσεις ήδη από το 2019-2020. Είχαν διατυπωθεί επανειλημμένα προειδοποιήσεις και από εκλεγμένους εκπροσώπους του ιατρικού κόσμου, τόσο στον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο όσο και στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών και σε άλλους Ιατρικούς Συλλόγους. Εκπρόσωποι διαφορετικών παρατάξεων είχαν επισημάνει πολλές φορές τους κινδύνους και είχαν ζητήσει να υπάρξει ουσιαστικός έλεγχος. Ανάλογες προειδοποιήσεις είχαν γίνει δημόσια και από εκλεγμένους περιφερειακούς συμβούλους στο Περιφερειακό Συμβούλιο Αττικής, αλλά αγνοήθηκαν. Και τώρα, αφού το φαινόμενο έχει πάρει διαστάσεις, κάποιοι κοιτάζουν το πρόβλημα κατάματα και κάνουν ότι δεν το γνωρίζουν».
Κριτική και για τον ΠΙΣ
Ιδιαίτερο μέρος της κριτικής του κ. Παπανικολάου αφορά και τον θεσμικό ρόλο του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου.
«Ο επίσημος θεσμικός σύμβουλος της πολιτείας για ζητήματα ιατρικής και ιατρικής δεοντολογίας, ο οποίος θα πρέπει να εισηγείται τους σχετικούς κανόνες σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, δεν είναι οι επιμέρους τοπικοί Ιατρικοί Σύλλογοι. Είναι το Δευτεροβάθμιο Όργανο των Ιατρικών Συλλόγων, ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος. Όμως, αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος, αλλά μια διορισμένη διοίκηση, η οποία προέκυψε με νομοθετική ρύθμιση που θεωρώ προβληματική και αντισυνταγματική. Και εδώ υπάρχει ευθύνη και της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις κοιμάται...».
Σε ιδιαίτερα αιχμηρό τόνο πρόσθεσε:
«Ο υπουργός Υγείας έχει διορίσει μια μη εκλεγμένη διοίκηση, η οποία αρνείται να συγκαλέσει το νόμιμο όργανο, δηλαδή τη Γενική Συνέλευση των εκλεκτόρων που εξελέγησαν στις εκλογές των Ιατρικών Συλλόγων τον Ιούνιο. Είναι τυχαίο, άραγε, ότι ο κ. Γεωργιάδης έχει πρακτικά βάλει λουκέτο στον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο; Κατά τη γνώμη μου, ένας από τους λόγους είναι ακριβώς αυτός, για να μην υπάρχει η αναγκαία επιστημονική εποπτεία και ένας θεσμικός φορέας που να μπορεί να παρέμβει ουσιαστικά».





