Σε ανακοίνωσή της, η Ένωση υποστηρίζει ότι η επιβολή clawback στις ιατρικές επισκέψεις στερείται ουσιαστικής λογικής, καθώς οι συγκεκριμένες υπηρεσίες υπόκεινται ήδη σε αυστηρό ατομικό πλαφόν, το οποίο καθορίζεται από τον ΕΟΠΥΥ. Όπως επισημαίνει, κάθε συμβεβλημένος ιατρός μπορεί να πραγματοποιεί μόνο συγκεκριμένο αριθμό αποζημιούμενων επισκέψεων ανά μήνα, με στόχο τον έλεγχο της συνολικής δαπάνης και την τήρηση του εγκεκριμένου προϋπολογισμού.
Σύμφωνα με την ΕΝΙ-ΕΟΠΥΥ, η εκ των υστέρων επιβολή ενός δεύτερου μηχανισμού περιορισμού της ίδιας δαπάνης, μέσω του clawback, δημιουργεί μια αντιφατική κατάσταση, καθώς οι συμβεβλημένοι ιατροί υφίστανται οικονομικές περικοπές, παρά το γεγονός ότι έχουν τηρήσει τους περιορισμούς που προβλέπει το ισχύον σύστημα.
Η Ένωση κάνει λόγο για «διπλή περικοπή» των νόμιμων αμοιβών των ιατρών, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη πρακτική υπονομεύει την ασφάλεια δικαίου, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και δημιουργεί συνθήκες μόνιμης οικονομικής αβεβαιότητας για τους συμβεβλημένους παρόχους.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η χρόνια υποχρηματοδότηση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τη μεταφορά του δημοσιονομικού βάρους στους συμβεβλημένους ιατρούς. Όπως αναφέρει, ο μηχανισμός του clawback είχε αρχικά θεσπιστεί ως έκτακτο δημοσιονομικό μέτρο, ωστόσο στην πράξη έχει εξελιχθεί σε μόνιμο μηχανισμό περικοπής των αμοιβών, ανεξάρτητα από το αν οι πάροχοι έχουν υπερβεί ή όχι τα προβλεπόμενα όρια δραστηριότητάς τους.
Τρία βασικά αιτήματα
Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΝΙ-ΕΟΠΥΥ διατυπώνει τρία βασικά αιτήματα προς την Πολιτεία και τη διοίκηση του ΕΟΠΥΥ. Συγκεκριμένα, ζητά την άμεση κατάργηση του clawback στις ιατρικές επισκέψεις, στις ιατρικές πράξεις και στις διαγνωστικές εξετάσεις, υποστηρίζοντας ότι οι επισκέψεις των συμβεβλημένων ιατρών ελέγχονται ήδη αποτελεσματικά μέσω του ισχύοντος συστήματος πλαφόν.
Επιπλέον, ζητά την αναδρομική διαγραφή ή επιστροφή των ποσών που έχουν παρακρατηθεί από την εφαρμογή του συγκεκριμένου μηχανισμού στις ιατρικές επισκέψεις, καθώς και την έναρξη ουσιαστικού θεσμικού διαλόγου με στόχο τη διαμόρφωση ενός δίκαιου, βιώσιμου και προβλέψιμου συστήματος αποζημίωσης των συμβεβλημένων ιατρών.
Η Ένωση καλεί, τέλος, τη διοίκηση του ΕΟΠΥΥ και την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας να προχωρήσουν στην άμεση αντιμετώπιση του ζητήματος, υποστηρίζοντας ότι η άρση του συγκεκριμένου μέτρου θα συμβάλει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των παρόχων προς το σύστημα, στην ενίσχυση της αξιοπιστίας του ΕΟΠΥΥ και στη διασφάλιση της βιωσιμότητας της συμβεβλημένης ιατρικής.





