“Ξεκινήστε γυμναστήριο. Ανεβείτε σκάλες. Αφήστε το αυτοκίνητο και πηγαίνετε στη δουλειά με τα πόδια. Βάλτε στόχο τουλάχιστον 10.000 βήματα την ημέρα.”
Αν έπρεπε να τοποθετήσουμε στερεοτυπικά όλα τα μηνύματα δημόσιας υγείας που προωθούν την σωματική δραστηριότητα ως βασικό παράγοντα αποτροπής σοβαρών κινδύνων για την υγεία, η παραπάνω παράγραφος θα αποτελούσε την τέλεια περιγραφή.
Αλλά αν τελικά είναι τόσο απλό, γιατί αποτυγχάνει;
Η αμείλικτη γλώσσα των αριθμών
Η σωματική αδράνεια συμβάλλει στον πρόωρο θάνατο περισσότερων από πέντε εκατομμυρίων ανθρώπων κάθε χρόνο. Σε παγκόσμιο επίπεδο, ένας στους τρεις ενήλικες και οκτώ στους δέκα εφήβους ούτε καν πλησιάζουν τα επίπεδα της ελάχιστης φυσικής δραστηριότητας που έχουν θέσει ως όρια οι ειδικοί.
Η σωματική δραστηριότητα του παγκόσμιου πληθυσμού παραμένει χαμηλή τις τελευταίες δύο δεκαετίες, παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα των χωρών έχει σημειώσει αξιοσημείωτη πρόοδο στην ανάπτυξη πολιτικών που περιλαμβάνουν τη προώθηση της άσκησης, σημειώνουν ερευνητές του UTHealth στο Χιούστον, σε μελέτη τους η οποία δημοσιεύθηκε στο Nature Health με επικεφαλής ερευνήτρια την Andrea Ramírez Varela, MD, Ph.D., MPH, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Επιδημιολογίας της Σχολής Δημόσιας Υγείας.
Όπως η ίδια σημειώνει εμφατικά «η σωματική δραστηριότητα ως συμπεριφορά που ενισχύει την υγεία δεν έχει πραγματικά αυξηθεί από το 2012».
Σύμφωνα με την εν λόγω έρευνα, το 92% των χωρών έχουν τουλάχιστον ένα εθνικό πρόγραμμα που αφορά στην ενίσχυση της άσκησης.
Και ενώ αυτό αποτελεί σημαντική αύξηση αν συγκρίνουμε τον αριθμό των κρατών που είχαν αναλάβει τέτοιου είδους δράσεις το μακρινό 2004, ωστόσο ένας στους τρεις ενήλικες παγκοσμίως εξακολουθεί να καταγράφει μικρότερα ποσοστά σωματικής δραστηριότητας σε σχέση με τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τουλάχιστον 150 λεπτά μέτριας έντασης άσκηση εβδομαδιαίως.
Ένα παγκόσμιο στοίχημα υγείας
Πώς λοιπόν οι κατευθυντήριες γραμμές μπορούν να πάψουν να είναι λόγια και θα μετατραπούν σε δράση;
Μια από τις προτάσεις που η ομάδα της Δρ.Ramírez Varela βάζει στο τραπέζι, είναι η ενσωμάτωση της φυσικής δραστηριότητας μέσα στην καθημερινότητα κάθε κοινότητας σαν να είναι κάτι αυτονόητα φυσικό, περίπου όπως η αυτόματη συνήθεια του να πηγαίνουμε σε ένα κατάστημα τροφίμων για να γεμίσουμε το ψυγείο μας.
Κατά τους ειδικούς, το παραπάνω δεν θα επιτευχθεί ποτέ αν η άσκηση δεν ξεκινά να ριζώνει ως νοοτροπία μέσα από τους θύλακες εκπαίδευσης, δηλαδή το σχολείο.
Κλίμα και κοινωνικοοικονομικές ανισότητες “σκοτώνουν” την άσκηση
Ωστόσο, μια αρκούντως ενδιαφέρουσα προσέγγιση είναι επίσης αυτή που εμπλέκει με στιβαρά επιχειρήματα τον ρόλο που διαδραματίζουν στο θέμα παράγοντες όπως η φτώχεια, ο τόπος κατοικίας, ακόμα και το φύλο.
Σε μελέτη τους στο Nature Medicine, η Δρ.Deborah Salvo και μια ομάδα ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Τέξας, ανέλυσαν δεδομένα σωματικής δραστηριότητας σε 68 χώρες. Και ανακάλυψαν ένα συγκλονιστικό χάσμα.
Αν έπρεπε να αποτυπώσουμε, λένε οι ειδικοί, σε μονάδες μέτρησης την δυνατότητα πρόσβασης στη λεγόμενη «ενεργό αναψυχή» - άσκηση που γίνεται αποκλειστικά από επιλογή, όπως η ενασχόληση με κάποιο άθλημα ή το γυμναστήριο - οι ευκατάστατοι άνδρες που κατοικούν σε μια χώρα με υψηλό κατά μέσο όσο εισόδημα θα συγκέντρωναν διαφορά 40 ποσοστιαίων μονάδων συγκρινόμενοι με γυναίκες με χαμηλότερο κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο που ζουν σε χώρες με χαμηλό εισόδημα.
Το παραπάνω στοιχείο, κρύβει μια μεγάλη αλήθεια... όταν οι περιθωριοποιημένες ομάδες μετακινούνται με τα πόδια, το κάνουν από οικονομική ανάγκη και όχι γιατί έχουν πεισθεί για τα οφέλη που έχει η άσκηση για την υγεία.
Ο παράγοντας κλίμα
Ακριβώς τη στιγμή που αρχίζουμε να κατανοούμε τις συστημικές ανισότητες της άσκησης, η κλιματική αλλαγή κάνει θεαματική είσοδο στην εξίσωση.
Στο Nature Health, η ερευνήτρια Erica Hinckson και οι συνεργάτες της παρουσίασαν πρόσφατα το μοντέλο Φυσικής Δραστηριότητας και Κλιματικής Αλλαγής (PACC). Κατά τους ισχυρισμούς τους, η “υγεία” του πλανήτη και το στοίχημα για αύξηση της σωματικής άσκησης, κυριολεκτικά αλληλοτροφοδοτούνται.
Η ακραία ζέστη, οι πλημμύρες και η κακή ποιότητα του αέρα καθιστούν σε πολλά μέρη του κόσμου ανέφικτη τη δυνατότητα για άσκηση στην ύπαιθρο, εξηγούν οι μελετητές.
«Εάν λοιπόν η υπαίθρια δραστηριότητα γίνει ακόμα πιο δύσκολη ή και επικίνδυνη, οι άνθρωποι θα ξεκινήσουν να κινούνται λιγότερο, θα αποσύρονται σε εσωτερικούς χώρους και σταδιακά θα βασίζονται όλο και περισσότερο σε κλιματιζόμενα, ενεργοβόρα περιβάλλοντα», τονίζει η Hinckson. Και αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο.
Αλλαγή του συστήματος
Όσοι ερευνητές ασχολούνται με την πρόκληση για αύξηση της σωματικής δραστηριότητας του παγκόσμιου πληθυσμού ως μέσο βελτίωσης των δεικτών υγείας, ξεκινούν από μια κοινή διαπίστωση: Δεν μπορούμε πλέον να αντιμετωπίζουμε τη σωματική αδράνεια ως προσωπική ηθική αποτυχία.
Το να λέμε σε έναν εργαζόμενο με χαμηλό εισόδημα να ασκείται περισσότερο ενώ η γειτονιά του δεν έχει πεζοδρόμια, μέσα σε μια τσιμεντούπολη που βράζει από τον καύσωνα και ενώ ταυτόχρονα πνίγεται από τα καυσαέρια των αυτοκινήτων, αποτελεί μια θεαματική αποτυχία της δημόσιας υγείας.
Χρειαζόμαστε λιγότερα φιλόδοξα έγγραφα και πολύ πιο συγκεκριμένους προϋπολογισμούς. Χρειαζόμαστε δημόσιες κατοικίες προστατευμένες από την αστικοποίηση. Και χρειαζόμαστε στρατηγικές για το κλίμα που να θεωρούν την ανθρώπινη κίνηση ως μέτρο επιτυχίας, καταλήγουν οι ειδικοί.
«Η κίνηση επηρεάζεται από τα συστήματα μεταφορών, τον αστικό σχεδιασμό, τη στέγαση, την εκπαίδευση, τα πρότυπα εργασίας και την κλιματική πολιτική», επαναλαμβάνει η Δρ.Ramírez Varela.
«Το σχετικό ερώτημα δεν είναι απλώς αν κάποιος επιλέγει να είναι σωματικά δραστήριος, αλλά αν η καθημερινή ζωή είναι δομημένη με τρόπους που καθιστούν την κίνηση ασφαλή, προσβάσιμη και φυσιολογική», υπενθυμίζει.
Για τους επιστήμονες που μελετούν εδώ και χρόνια το ζήτημα, η επαναφορά της ανθρωπότητας στα...πόδια της απαιτεί πολύ περισσότερα από ένα καλό ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Σε ορισμένα μέρη, απαιτεί κυριολεκτικά την ανοικοδόμηση του κόσμου.
Και αυτό, λένε σιβυλλικά οι ερευνητές, δεν γίνεται με την έκδοση δελτίων τύπου ούτε και με χειραψίες... είναι τελικά, “λίγο” πιο δύσκολο.
Πηγές:





