Πλέον, ο επιστήμονας που το ανακάλυψε προσπαθεί να αποτρέψει τη χρήση του, παρά την ιατρική του χρησιμότητα. Συγκεκριμένα, ο James Dalton, ο οποίος ανέπτυξε την οσταρίνη στις αρχές της δεκαετίας του 2000, δήλωσε χαρακτηριστικά στους New York Times: «Περνάω πλέον περισσότερο χρόνο προσπαθώντας να αποτρέψω τη χρήση της, παρά να ενθαρρύνω τη χρήση της».
Η απογοήτευσή του αναδεικνύει μια αυξανόμενη κρίση στον χώρο του αντιντόπινγκ, όπου ακόμη και αθώοι αθλητές βγαίνουν θετικοί σε ένα φάρμακο που μπορεί να μεταφερθεί μέσω του ιδρώτα ή μέσω μολυσμένων συμπληρωμάτων διατροφής.
Εναλλακτική λύση στα παραδοσιακά στεροειδή
Η οσταρίνη ανήκει σε μια κατηγορία φαρμάκων που ονομάζονται εκλεκτικοί ρυθμιστές των υποδοχέων ανδρογόνων (selective androgen receptor modulators – Sarms). Ο Dalton και η ομάδα του δημιούργησαν αυτές τις ουσίες ως μια πιο ασφαλή εναλλακτική λύση σε σχέση με τα παραδοσιακά στεροειδή, για τη θεραπεία της μυϊκής απώλειας, της οστεοπόρωσης, της ευθραυστότητας και άλλων καταστάσεων που σχετίζονται με τη γήρανση. Σε αντίθεση με τα στεροειδή, τα οποία πρέπει να χορηγούνται με ένεση, τα Sarms μπορούν να λαμβάνονται σε μορφή δισκίων ή καψουλών, γεγονός που τα καθιστά πολύ ευκολότερα στη χρήση.
Η ελκυστικότητά τους ήταν προφανής. Τα παραδοσιακά αναβολικά στεροειδή όντως αυξάνουν τη μυϊκή μάζα -δηλαδή έχουν αναβολική δράση- αλλά προκαλούν και ανεπιθύμητα ανδρικά σεξουαλικά χαρακτηριστικά. Σε αυτά περιλαμβάνονται η αυξημένη τριχοφυΐα, η επιθετικότητα, η ανδρικού τύπου φαλάκρα, η ακμή και η ανάπτυξη μαστικού ιστού στους άνδρες. Οι γυναίκες που κάνουν κατάχρηση στεροειδών μπορεί να εμφανίσουν βάθυνση της φωνής και διαταραχές του έμμηνου κύκλου.
Τα Sarms σχεδιάστηκαν ώστε να προσφέρουν μόνο τα μυϊκά οφέλη, χωρίς αυτές τις παρενέργειες. Η οσταρίνη, γνωστή και ως enobosarm, έδειξε ιδιαίτερα ενθαρρυντικά αποτελέσματα σε ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα που έχαναν μυϊκή μάζα. Πρόσφατα, οι ερευνητές εξέτασαν αν θα μπορούσε να αποτρέψει την απώλεια μυών σε άτομα που λαμβάνουν φάρμακα απώλειας βάρους, όπως το Wegovy, όπου συχνά χάνεται σημαντική μυϊκή μάζα μαζί με το λίπος.
Αποτυχίες στις κλινικές δοκιμές
Παρά τις ευοίωνες προοπτικές, κανένα Sarm δεν έχει ολοκληρώσει επιτυχώς τις κλινικές δοκιμές που απαιτούνται για ιατρική έγκριση. Υπάρχουν ανησυχίες ότι τα φάρμακα αυτά μπορεί να προκαλούν βλάβες στο ήπαρ, όπως έχει αναφερθεί σε ορισμένους χρήστες. Η οσταρίνη παραμένει μη εγκεκριμένη για ανθρώπινη χρήση, περισσότερα από 20 χρόνια μετά τη δημοσίευση της αρχικής έρευνας του Dalton.
Ωστόσο, αυτή η απαγόρευση δεν την εμπόδισε να φτάσει στους αθλητές. Όταν η ομάδα του Dalton δημοσίευσε την εργασία της, η χημική δομή της ουσίας έγινε δημόσια γνωστή. Παράνομοι κατασκευαστές εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και άρχισαν να διαθέτουν την οσταρίνη ως «συμπλήρωμα» για αθλητές. Επειδή η πώληση των Sarms ως συμπληρωμάτων είναι ούτως ή άλλως παράνομη, συχνά φέρουν ετικέτες όπως «μόνο για ερευνητικούς σκοπούς» ή «όχι για ανθρώπινη κατανάλωση». Πρόκειται για προφανή προσπάθεια παράκαμψης των κανονισμών.
Η διεθνής υπηρεσία αντι-ντόπινγκ WADA (World Anti-Doping Agency) αναγνώρισε από νωρίς τη δυνατότητα κατάχρησης και πρόσθεσε τα Sarms στη λίστα απαγορευμένων ουσιών το 2008. Στη λίστα απαγορευμένων ουσιών της Wada για το 2026, η οσταρίνη εμφανίζεται στην κατηγορία «S1.2 Άλλοι Αναβολικοί Παράγοντες» και απαγορεύεται ανά πάσα στιγμή, σε όλα τα αθλήματα.
Πολύπλοκο και άδικο
Το πρόβλημα έχει κλιμακωθεί δραματικά. Τα τελευταία δύο χρόνια, η οσταρίνη έχει γίνει το πιο συχνά ανιχνευόμενο Sarm στα εργαστήρια της Wada, εμφανιζόμενη σε 114 δείγματα αθλητών. Όμως εδώ ακριβώς αρχίζουν τα πραγματικά –ίσως και άδικα– προβλήματα για πολλούς αθλητές.
Ο αθλητισμός λειτουργεί με το καθεστώς της αντικειμενικής ευθύνης. Οι αθλητές είναι υπεύθυνοι για οποιαδήποτε απαγορευμένη ουσία ανιχνευθεί στο δείγμα τους, ανεξάρτητα από το πώς βρέθηκε εκεί. Ακόμη και η ακούσια μόλυνση μπορεί να οδηγήσει σε αποκλεισμό.
Ο ποιοτικός έλεγχος πολλών συμπληρωμάτων διατροφής είναι ανεπαρκής, με αποτέλεσμα ορισμένα προϊόντα να περιέχουν ίχνη οσταρίνης χωρίς αυτή να αναγράφεται στην ετικέτα. Η υπηρεσία αντι-ντόπινγκ των ΗΠΑ διατηρεί κατάλογο συμπληρωμάτων υψηλού κινδύνου, στον οποίο η οσταρίνη έχει εντοπιστεί χωρίς να δηλώνεται σε 19 προϊόντα.
Οι αθλητές που επιθυμούν να αμφισβητήσουν ένα θετικό αποτέλεσμα πρέπει να έχουν διατηρήσει το συμπλήρωμα και να πληρώσουν για ανεξάρτητο εργαστηριακό έλεγχο -μια δαπανηρή διαδικασία, χωρίς την παραμικρή εγγύηση επιτυχίας. Οι αθλητικές αρχές και ομοσπονδίες συνιστούν έντονα στους αθλητές να χρησιμοποιούν μόνο συμπληρώματα που έχουν ελεγχθεί κατά παρτίδα από οργανισμούς όπως το Informed Sport ή το NSF Certified for Sport, οι οποίοι επιβεβαιώνουν ότι τα προϊόντα είναι απαλλαγμένα από απαγορευμένες ουσίες.
Πως μεταφέρεται από άνθρωπο σε άνθρωπο
Η οσταρίνη μπορεί επίσης να μεταφερθεί από άτομο σε άτομο. Αθλητές έχουν καταφέρει να αποδείξουν ότι το θετικό αποτέλεσμα προήλθε από κοινή χρήση εξοπλισμού. Σε μια πρόσφατη υπόθεση, ένας αθλητής απέδειξε ότι η οσταρίνη μπορούσε να μεταφερθεί μέσω ενός ιδρωμένου νεοπρενίου υποστηρικτικού επιδέσμου, ο οποίος είχε χρησιμοποιηθεί και από άλλον αθλητή. Οι αξιωματούχοι αποδέχθηκαν την εξήγηση της μεταφοράς και απέσυραν τις κατηγορίες.
Άλλες περιπτώσεις έχουν δείξει ότι το φάρμακο μπορεί να μεταδοθεί και μέσω σωματικών υγρών, όπως το σάλιο.
Αυτό δημιουργεί ένα σοβαρό δίλημμα για τις αρχές αντιντόπινγκ. Ο σύγχρονος εργαστηριακός εξοπλισμός είναι εξαιρετικά ευαίσθητος και μπορεί να ανιχνεύσει απειροελάχιστες ποσότητες ουσιών. Όμως μια εξέταση ούρων δεν μπορεί να διακρίνει αν κάποιος έλαβε σκόπιμα μεγάλη δόση, αν κατανάλωσε άθελά του ένα μολυσμένο συμπλήρωμα ή αν απορρόφησε απλώς ίχνη μέσω επαφής με τον ιδρώτα άλλου ατόμου.
Ο ρόλος του αθλητή
Το βάρος της απόδειξης πέφτει εξ ολοκλήρου στον αθλητή. Ο ίδιος πρέπει να εξηγήσει γιατί μια απαγορευμένη ουσία βρέθηκε στον οργανισμό του, συχνά με σημαντικό προσωπικό κόστος. Το ίδιο πρόβλημα ισχύει για όλα τα Sarms, όχι μόνο για την οσταρίνη.
Ο ίδιος ο Dalton προσπαθεί πλέον να λύσει το χάος που συνέβαλε, άθελά του, να δημιουργηθεί από την ανακάλυψή του. Ως συμπρόεδρος του επιστημονικού συμβουλίου του Partnership for Clean Competition, χρηματοδοτεί έρευνες στον τομέα των ελέγχων ντόπινγκ στον αθλητισμό. Βασική προτεραιότητα της ομάδας είναι η εύρεση τρόπων ώστε να μπορεί να γίνεται διάκριση ανάμεσα στη μόλυνση και στη σκόπιμη χρήση απαγορευμένων ουσιών.
Η ελπίδα είναι να εντοπιστούν ειδικοί «δείκτες» στα ούρα, οι οποίοι θα μπορούν να δείχνουν με βεβαιότητα αν ένα θετικό αποτέλεσμα προήλθε από εσκεμμένη χρήση ή από ακούσια έκθεση. Μια τέτοια εξέλιξη θα γλίτωνε τους αθώους αθλητές από την εξαντλητική διαδικασία απόδειξης της αθωότητάς τους, ενώ ταυτόχρονα θα συνέχιζε να εντοπίζει τους πραγματικούς παραβάτες.
Μέχρι τότε, ένα φάρμακο που σχεδιάστηκε για να βοηθήσει ασθενείς συνεχίζει να απειλεί τις καριέρες αθλητών που μπορεί να μην το επέλεξαν ποτέ – και ο επιστήμονας που το δημιούργησε παραμένει παγιδευμένος στη μέση, παλεύοντας με τις ακούσιες συνέπειες της ίδιας του της έρευνας.
Πηγή: THE CONVERSATION.COM





