Όποιος έχει πιέσει τον εαυτό του σε μια απαιτητική προπόνηση πιθανότατα έχει νιώσει το γνώριμο «κάψιμο» στους μυς.
Για πολλά χρόνια, η αίσθηση αυτή αποδιδόταν στη συσσώρευση γαλακτικού οξέος. Η εξήγηση αυτή παραμένει ιδιαίτερα διαδεδομένη, από τους ανθρώπους που γυμνάζονται ερασιτεχνικά έως και τους κορυφαίους αθλητές.
Ωστόσο, η αντίληψη αυτή είναι λανθασμένη, όπως τονίζει σε σχετικό του άρθρο στο The Conversation, o
Πώς δημιουργήθηκε ο μύθος του γαλακτικού οξέος
Οι ρίζες της θεωρίας για το γαλακτικό οξύ φτάνουν στις αρχές του 20ού αιώνα. Επιστήμονες παρατήρησαν ότι όταν προκαλούσαν ηλεκτρική διέγερση στους μυς αμφιβίων, συσσωρευόταν γαλακτικό οξύ.
Το ίδιο συνέβαινε όταν οι μύες δεν είχαν επαρκές οξυγόνο αλλά και όταν διεγείρονταν μέχρι να φτάσουν σε κόπωση.
Με βάση αυτά τα ευρήματα και τις γνώσεις της εποχής για τη βιοχημεία, θεωρήθηκε ότι όταν οι μύες εργάζονται έντονα και δεν λαμβάνουν αρκετό οξυγόνο, συσσωρεύεται γαλακτικό οξύ και εμφανίζεται μυϊκή κόπωση.
Ωστόσο, οι πρώτες αυτές μελέτες δεν ανέφεραν ρητά ότι το γαλακτικό οξύ προκαλεί τη μυϊκή κόπωση. Έδειχναν ότι η μυϊκή κόπωση συνοδεύεται από αύξηση του γαλακτικού οξέος.
Το γεγονός ότι δύο φαινόμενα συμβαίνουν ταυτόχρονα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το ένα προκαλεί το άλλο. Η εσφαλμένη σύνδεση αιτίας και αποτελέσματος συνέβαλε, τελικά, στη δημιουργία της θεωρίας ότι το γαλακτικό οξύ προκαλεί τη μυϊκή κόπωση.
Τι γνωρίζουμε σήμερα για το γαλακτικό οξύ
Η συσσώρευση γαλακτικού οξέος θεωρήθηκε ότι προκαλεί μυϊκό πόνο και κόπωση με δύο βασικούς τρόπους: επηρεάζοντας ορισμένες από τις διαδικασίες που συμμετέχουν στη μυϊκή συστολή και μειώνοντας την ικανότητα των μυών να παράγουν ενέργεια.
Οι επιδράσεις αυτές αποδίδονταν στην αύξηση των οξέων στους μυς η οποία μπορούσε επίσης να προκαλεί πόνο και αίσθηση καύσου.
Καθώς όμως οι γνώσεις γύρω από τη βιοχημεία εξελίχθηκαν, προς το τέλος του 20ού αιώνα άρχισαν να εμφανίζονται στοιχεία που αμφισβήτησαν αυτή τη θεωρία.
Πρώτον, το φυσιολογικό pH των ιστών του ανθρώπινου σώματος σημαίνει ότι το γαλακτικό οξύ ουσιαστικά δεν μπορεί να υπάρχει σε αυτή τη μορφή μέσα στο σώμα. Διασπάται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε γαλακτικό ανιόν, το γνωστό γαλακτικό οξύ (lactate), και ιόντα υδρογόνου.
Οι ουσίες αυτές παράγονται φυσιολογικά στον οργανισμό, αλλά σε μεγαλύτερες ποσότητες κατά τη διάρκεια έντονης άσκησης.
Το γαλακτικό παράγεται στους μυς μέσω της γλυκόλυσης, της διαδικασίας κατά την οποία η γλυκόζη μετατρέπεται σε ενέργεια. Ιόντα υδρογόνου παράγονται επίσης στους μυς όταν αυξάνεται η δραστηριότητα και η ένταση της άσκησης.
Γαλακτικό ανιόν και γαλακτικό οξύ δεν είναι το ίδιο
Παρότι οι όροι γαλακτικό οξύ και γαλακτικό ανιόν μοιάζουν, υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ τους.
Αν το γαλακτικό οξύ υπήρχε στους μυς, θα συνέβαλλε στην αύξηση της οξύτητάς τους. Το γαλακτικό ανιόν, όμως, έχει διαφορετική δράση.
Η παραγωγή γαλακτικού ανιόντος στην πραγματικότητα μειώνει την οξύτητα των μυών, καθώς καταναλώνει ιόντα υδρογόνου. Αυτό έχει σημασία, επειδή είναι τα ιόντα υδρογόνου και όχι το λακτικό που αυξάνουν την οξύτητα στους μυς.
Με άλλα λόγια, το γαλακτικό ανιόν δεν αυξάνει την οξύτητα των μυών κατά την άσκηση. Αντίθετα, συμβάλλει στη μείωσή της, γεγονός που βοηθά τους μυς να συνεχίσουν να εργάζονται σε υψηλή ένταση.
Η παραγωγή γαλακτικού ανιόντος, επίσης, δεν αποτελεί ένδειξη ότι οι μύες έχουν ξεμείνει από οξυγόνο, όπως συχνά πιστεύεται. Το σώμα το παράγει και χρησιμοποιεί ακόμη και όταν υπάρχει άφθονο οξυγόνο, συμπεριλαμβανομένων των περιόδων ξεκούρασης.
Το γαλακτικό ανιόν μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο από τους μυς, την καρδιά και τον εγκέφαλο, τόσο κατά την άσκηση όσο και σε κατάσταση ηρεμίας. Νεότερες έρευνες εξετάζουν παράλληλα και άλλους πιθανούς ρόλους του, μεταξύ άλλων στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος, στη φλεγμονή και στην επούλωση τραυμάτων.
Ο ρόλος του, πάντως, δεν είναι απολύτως απλός. Φαίνεται να συμμετέχει σε μικρό βαθμό στην πολύπλοκη διαδικασία της μυϊκής κόπωσης, σε συνδυασμό με άλλες ουσίες που παράγονται κατά την έντονη άσκηση. Από μόνο του, όμως, φαίνεται να έχει πολύ μικρή αρνητική επίδραση στην αθλητική απόδοση.
Τι προκαλεί τελικά το «κάψιμο» στους μυς;
Το ερώτημα για το τι ακριβώς προκαλεί την αίσθηση καύσου στους μυς κατά την έντονη άσκηση εξακολουθεί να μελετάται.
Τα μέχρι σήμερα δεδομένα δείχνουν ότι σημαντικό ρόλο έχουν τα νεύρα που ενεργοποιούνται κατά την άσκηση.
Εξειδικευμένα νεύρα μέσα και γύρω από τους μυς ανιχνεύουν ουσίες που παράγονται όταν γυμναζόμαστε. Τα νεύρα αυτά συνδέονται με περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την αίσθηση του μυϊκού πόνου, αλλά και με τις συναισθηματικές αντιδράσεις που συνοδεύουν αυτές τις αισθήσεις.
Όσο πιο έντονα ασκούμαστε, τόσο περισσότερες από αυτές τις ουσίες παράγονται και τόσο πιο γρήγορα ενεργοποιούνται τα συγκεκριμένα νεύρα.
Έτσι, η αίσθηση καύσου στους μυς κατά την έντονη άσκηση φαίνεται να σχετίζεται με την αυξημένη διέγερση αυτών των νεύρων. Πιθανότατα, μάλιστα, δεν ευθύνεται μία και μοναδική ουσία, αλλά ένας συνδυασμός διαφορετικών ουσιών που παράγει ο οργανισμός κατά την άσκηση.
Και ο μυϊκός πόνος μετά την προπόνηση;
Ο μυϊκός πόνος που εμφανίζεται τις ώρες και τις ημέρες μετά την άσκηση δεν προκαλείται ούτε από το «γαλακτικό οξύ» ούτε από το γαλακτικό ανιόν.
Το γαλακτικό ανιόν επιστρέφει στα επίπεδα ηρεμίας περίπου 30 έως 90 λεπτά μετά την έντονη άσκηση. Αυτό συμβαίνει αρκετά νωρίτερα από την τυπική κορύφωση του μυϊκού πόνου, η οποία εμφανίζεται μία έως τρεις ημέρες μετά από μια έντονη ή ασυνήθιστη προπόνηση.
Οι αιτίες του μυϊκού πόνου μετά την άσκηση δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως. Φαίνεται, ωστόσο, να σχετίζονται πιθανώς με αυξημένη ευαισθησία των νεύρων στις συσπάσεις, στις διατάσεις και στη συμπίεση των μυών.
Ο μύθος του γαλακτικού οξέος, λοιπόν, παραμένει ιδιαίτερα διαδεδομένος, όμως δεν ανταποκρίνεται στη σημερινή κατανόηση της φυσιολογίας της άσκησης.
Πηγή: The Conversation





