Η απάντηση μπορεί να σχετίζεται με την προστασία των ζώων, το περιβάλλον, τη θρησκεία ή την προσωπική υγεία. Οι οικογένειες και οι επαγγελματίες υγείας μπορεί επίσης να αναρωτιούνται αν η αποχή από το κρέας αποτελεί έναν κοινωνικά αποδεκτό τρόπο περιορισμού της τροφής.
Ωστόσο, σύμφωνα με νέα συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση δεν εντοπίστηκε σαφής συνολική διαφορά στα συμπτώματα διατροφικών διαταραχών μεταξύ των ανθρώπων που ακολουθούν αυστηρά χορτοφαγική ή vegan διατροφή και εκείνων που καταναλώνουν κρέας.
Η συστηματική ανασκόπηση χρησιμοποιεί μια οργανωμένη διαδικασία για τον εντοπισμό και την αξιολόγηση των διαθέσιμων επιστημονικών στοιχείων. Η μετα-ανάλυση συνδυάζει τα αριθμητικά αποτελέσματα συγκρίσιμων μελετών, προκειμένου να εκτιμηθεί η συνολική εικόνα.
Βασανιστικές σκέψεις και συμπεριφορές
Οι διατροφικές διαταραχές μπορεί να περιλαμβάνουν βασανιστικές σκέψεις και συμπεριφορές γύρω από το φαγητό, το βάρος ή τη σωματική εικόνα. Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν σοβαρό περιορισμό της τροφής, επεισόδια υπερφαγίας, πρόκληση εμετού ή υπερβολική άσκηση.
Επομένως, η αφαίρεση ολόκληρων κατηγοριών τροφίμων μπορεί να προκαλεί ανησυχία. Ωστόσο, οι άνθρωποι υιοθετούν vegetarian και vegan διατροφές για πολλούς διαφορετικούς λόγους, όπως η προστασία των ζώων, η θρησκεία, η υγεία και η προστασία του περιβάλλοντος. Το νόημα πίσω από τον διατροφικό περιορισμό έχει σημασία.
Η συγκεκριμένη ανασκόπηση συνδύασε 24 μελέτες στις οποίες συμμετείχαν συνολικά 25.223 άνθρωποι. Οι μελέτες χρησιμοποίησαν καθιερωμένα ερωτηματολόγια για την αξιολόγηση εμπειριών όπως ο περιορισμός της τροφής, η απώλεια ελέγχου κατά το φαγητό και η ψυχική δυσφορία σχετικά με το βάρος ή τη σωματική εικόνα.
Τα ερωτηματολόγια αυτά αξιολόγησαν συμπτώματα που ανέφεραν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες. Δεν μπορούσαν, όμως, να διαπιστώσουν αν κάθε άτομο είχε διαγνωσμένη διατροφική διαταραχή.
Εφαρμόστηκαν αυστηροί ορισμοί στις διατροφές που μπήκαν στη διαδικασία της σύγκρισης. Οι vegetarians δεν κατανάλωναν κρέας, πουλερικά, ψάρια ή θαλασσινά. Οι vegans απέκλειαν όλα τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης.
Αποκλείστηκαν οι ημι-χορτοφαγική διατροφή (flexitarian), η χορτοφαγική διατροφή με ψάρια (pescatarian) και ημι-χορτοφαγική διατροφή που περιορίζει την κατανάλωση κρέατος (semi-vegetarian), ακριβώς επειδή επιτρέπουν την κατανάλωση κάποιου κρέατος ή ψαριού και μπορεί να ακολουθούνται για διαφορετικούς λόγους.
Τα επιμέρους ευρήματα ήταν ανάμεικτα. Ορισμένες μελέτες ανέφεραν περισσότερα συμπτώματα στους vegetarians ή vegans, άλλες λιγότερα, ενώ κάποιες δεν εντόπισαν σαφή διαφορά.
Από τον συνδυασμό των αποτελεσμάτων, δεν προέκυψε ουσιαστική συνολική διαφορά μεταξύ των διατροφικών ομάδων.
Το εύρημα αυτό δεν σημαίνει ότι η vegetarian ή η vegan διατροφή δεν μπορεί ποτέ να συνυπάρχει με μια διατροφική διαταραχή. Σημαίνει ότι η διατροφική ταυτότητα από μόνη της μας λέει ελάχιστα για την ψυχολογική κατάσταση ενός ανθρώπου.
Η σημασία των κινήτρων
Ας σκεφτούμε δύο ανθρώπους που σταματούν να τρώνε κρέας. Ο ένας το κάνει λόγω μιας μακροχρόνιας πεποίθησης για την προστασία των ζώων και εξακολουθεί να έχει μια χαλαρή και ευέλικτη σχέση με το φαγητό.
Ο άλλος αρχίζει να αποκλείει ολοένα και περισσότερα τρόφιμα επειδή φοβάται έντονα ότι θα πάρει βάρος.
Μπορεί εξωτερικά να τρώνε παρόμοια πράγματα, όμως τα κίνητρα και οι εμπειρίες τους μπορεί να διαφέρουν δραματικά.
Μόνο λίγες από τις μελέτες της ανασκόπησης εξέτασαν τα κίνητρα. Μία μελέτη σε φοιτητές πανεπιστημίου διαπίστωσε ότι όσοι υιοθέτησαν vegetarian διατροφή εν μέρει για τον έλεγχο του βάρους ανέφεραν περισσότερα συμπτώματα διατροφικών διαταραχών.
Ωστόσο, οι περισσότερες μελέτες δεν κατέγραψαν τους λόγους για τους οποίους οι συμμετέχοντες ακολουθούσαν συγκεκριμένες διατροφές. Επομένως, τα κίνητρα δεν μπορούν ακόμη να χρησιμοποιηθούν ως αξιόπιστος δείκτης κινδύνου.
Μπορούν, όμως, να αποτελέσουν αφετηρία για μια χρήσιμη συζήτηση. Ποιοτικές έρευνες σε ανθρώπους με εμπειρία διατροφικών διαταραχών δείχνουν ότι είναι χρήσιμο να διερευνάται πότε ξεκίνησε η αλλαγή στη διατροφή, αν αυτή προκλήθηκε από φόβο, αν στη συνέχεια εμφανίστηκαν επιπλέον διατροφικοί κανόνες και πόση ευελιξία εξακολουθεί να έχει το άτομο.
Μια ξαφνική αλλαγή στη διατροφή που συνοδεύεται από απώλεια βάρους, ψυχική δυσφορία, μυστικότητα ή ολοένα και μεγαλύτερο περιορισμό της τροφής μπορεί να χρειάζεται πιο προσεκτική αξιολόγηση.
Αντίθετα, μια διατροφή που ακολουθείται εδώ και χρόνια, αντανακλά τις προσωπικές αξίες κάποιου, καλύπτει τις διατροφικές του ανάγκες και δεν του προκαλεί δυσφορία αποτελεί μια διαφορετική περίπτωση.
Οι περιορισμοί των δεδομένων
Τα διαθέσιμα στοιχεία έχουν αρκετούς περιορισμούς. Και οι 24 μελέτες ήταν συγχρονισμένες, δηλαδή συνέλεξαν πληροφορίες σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
Επομένως, δεν μπορούν να δείξουν αν η αλλαγή στη διατροφή προηγήθηκε των συμπτωμάτων μιας διατροφικής διαταραχής ή αν άνθρωποι που είχαν ήδη συμπτώματα ήταν πιθανότερο να στραφούν σε vegetarian ή vegan διατροφή.
Οι μελέτες παρείχαν επίσης περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με την ποιότητα της διατροφής, τη διάρκεια ή τα κίνητρα. Οι περισσότερες πραγματοποιήθηκαν σε δυτικές χώρες και σχετικά λίγες περιέλαβαν εφήβους ή ηλικιωμένους.
Σχεδόν επτά στους δέκα συμμετέχοντες ήταν γυναίκες, επομένως τα ευρήματα είναι λιγότερο βέβαια για τους άνδρες και για άλλες ομάδες που υποεκπροσωπούνται στην έρευνα.
Η μέθοδος μέτρησης μπορεί επίσης να επηρεάζει τα αποτελέσματα. Τα τυποποιημένα ερωτηματολόγια για τις διατροφικές διαταραχές έχουν σχεδιαστεί για τον γενικό πληθυσμό.
Ορισμένες ερωτήσεις μπορεί να ερμηνεύουν τον σκόπιμο αποκλεισμό τροφίμων ως ανθυγιεινών, ακόμη και όταν αυτός αντανακλά ηθικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις.
Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές έχουν αρχίσει να αναπτύσσουν εργαλεία ανίχνευσης ειδικά σχεδιασμένα για vegetarians και vegans. Τα εργαλεία ανίχνευσης μπορούν να εντοπίσουν ανθρώπους που ενδέχεται να χρειάζονται πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση, αλλά δεν αποτελούν διαγνωστικά εργαλεία.
Οι ανησυχίες για διαταραγμένη σχέση με το φαγητό πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Ωστόσο, η vegetarian ή vegan διατροφή δεν θα πρέπει από μόνη της να αντιμετωπίζεται ως προειδοποιητικό σημάδι.
Μια πιο χρήσιμη αξιολόγηση εξετάζει γιατί υιοθετήθηκε η συγκεκριμένη διατροφή, αν έχει γίνει ολοένα και πιο περιοριστική, αν το φαγητό προκαλεί φόβο ή δυσφορία και αν το άτομο λαμβάνει επαρκή θρέψη.
Αυτά τα χαρακτηριστικά αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα για μια πιθανή δυσκολία από ό,τι η απουσία κρέατος ή άλλων ζωικών προϊόντων από τη διατροφή.
Πηγή: THE CONVERSATION.COM





