Η συζήτηση για την επίτευξη της «αιώνιας νεότητας» δεν είναι καινούργια. Για την ακρίβεια, αποτελεί σχεδόν το «Άγιο Δισκοπότηρο» της επιστημονικής κοινότητας.
Πρόσφατη μελέτη, εξετάζοντας επιγενετικούς βιοδείκτες, κατέληξε ότι συγκεκριμένες παρεμβάσεις στη διατροφή και τον καθημερινό τρόπο ζωής μπορεί να επιβραδύνουν την φυσιολογική διαδικασία γήρανσης, ενώ αρωγή προς αυτή την κατεύθυνση ενδέχεται να προσφέρουν και ορισμένες φαρμακευτικές ουσίες.
Η σχέση ανάμεσα στη βιολογική ηλικία και τα επιγενετικά «ρολόγια»
Κατά τους ειδικούς, το πόσο καλά μεγαλώνουμε δεν αποτυπώνεται τόσο από την ημερομηνία γέννησης μας αλλά πολύ περισσότερο από την βιολογική μας ηλικία, δηλαδή την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το σώμα μας και ο τρόπος με τον οποίο διενεργούνται σωματικές και νοητικές λειτουργίες.
Η βιολογική ηλικία υπολογίζεται με βάση συγκεκριμένους βιοδείκτες που είναι γνωστοί και ως επιγενετικά ρολόγια. Στην ουσία πρόκειται για μια μέθοδο ανάλυσης των ομάδων μεθυλίου στο DNA, καθώς κατά τη διάρκεια της ζωής οι τιμές αυτών των χημικών ομάδων αλλάζουν.
Η νέα μελέτη δημοσιεύθηκε στο Nature Medicine. Σε αυτή οι ειδικοί ανέλυσαν δεδομένα από 51 μακροχρόνιες έρευνες χρησιμοποιώντας 16 επιγενετικά ρολόγια και 94 επιπλέον βιοδείκτες μεθυλίωσης.
Το συμπέρασμα που προέκυψε ήταν ότι αλλαγές στη διατροφή, τον τρόπο ζωής και κάποιες φαρμακευτικές αγωγές, μπορούν υπό προϋποθέσεις να επηρεάσουν τα πρότυπα μεθυλίωσης στο DNA ενός ατόμου και να «υποδείξουν» εκ νέου τον ρυθμό γήρανσης των κυττάρων.
Ενδείξεις, όχι αποδείξεις
Αν και τα αποτελέσματα της μελέτης είναι ενδιαφέροντα, δεν μπορούν να αποδείξουν ότι οι εν λόγω παρεμβάσεις μπορούν αναντίρρητα να επιβραδύνουν την διαδικασία της φυσιολογικής γήρανσης, επισημαίνει ο Raghav Sehgal, PhD, Αναπληρωτής Ερευνητής στον τομέα της Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Yale και υπεύθυνος επικοινωνίας της μελέτης.
«Οι βιοδείκτες είναι χρήσιμοι επειδή μας επιτρέπουν να παρατηρούμε βιολογικές μεταβολές σε διάστημα μηνών ή ετών αντί να περιμένουμε δεκαετίες για να δούμε αποτελέσματα όπως η εκδήλωση ασθενειών ή ο θάνατος» εξηγεί ο Sehgal.
Ωστόσο μεμονωμένα δεν υποκαθιστούν τις μακροχρόνιες μελέτες, προσθέτει.
Ως επιστήμονες πρέπει ακόμη να αποδείξουμε, τονίζει, ότι οι μεταβολές σε αυτούς τους δείκτες μεταφράζονται πράγματι σε καλύτερη υγεία, βελτιωμένη λειτουργικότητα ή μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
Ποιες παρεμβάσεις επηρέασαν περισσότερο τους δείκτες μακροζωίας
Σύμφωνα με τις μετρήσεις των βιοδεικτών πάντως, δύο παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής αποδείχθηκαν αποτελεσματικές στη μείωση της επιγενετικής γήρανσης: η συνέπεια σε ένα μοντέλο υγιεινής διατροφής (όπως είναι η μεσογειακή ή μια διατροφή χαμηλή σε υδατάνθρακες και λιπαρά) και η συστηματική άσκηση.
Θετική επίδραση παρατηρήθηκε και με τη χρήση ορισμένων φαρμάκων:
- της μετφορμίνης που αποτελεί θεραπεία πρώτης γραμμής για τον διαβήτη τύπου 2,
- της σεμαγλουτίδης, αγωνιστή GLP-1 που συνταγογραφείται για τον διαβήτη τύπου 2 και τον έλεγχο του βάρους
- και των θεραπειών κατά του TNF που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο της φλεγμονής.
Οι τρεις παραπάνω κατηγορίες ήταν εκείνες πουεπέφεραν αξιόλογη μείωση στη βιολογική ηλικία και των 16 βιοδεικτών του «επιγενετικού ρολογιού».
Όσον αφορά πάντως τη χρήση συμπληρωμάτων, οι ερευνητές σημειώνουν ότι υπήρξαν ελάχιστα στοιχεία που τεκμηριώνουν αντιγηραντική δράση.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι τα συμπληρώματα είναι άχρηστα», προσθέτει ο Δρ.Sehgal.
«Μπορεί να αποδειχθούν πολύτιμα για άτομα με συγκεκριμένες ελλείψεις ή ιατρικές ανάγκες. Ωστόσο, για τους κατά τα άλλα υγιείς ανθρώπους, πολλοί από τους ισχυρισμούς περί αντιγήρανσης προτρέχουν των επιστημονικών δεδομένων. Είναι συνετό να δίνεται προτεραιότητα στη διατροφή, την άσκηση, τον ύπνο και την προληπτική φροντίδα, και να συζητείται η λήψη τους με κάποιον ειδικό υγείας, όταν κρίνεται σκόπιμο».
Πηγές: Medical News Today, Nature





