Ο κ. Μανώλης Σαλούστρος, στην εισήγησή του περιέγραψε τους τρεις καθοριστικούς πυλώνες πάνω στους οποίους πρέπει να στηριχθεί το εθνικό σχέδιο, χαρακτήρισε ως «βασικό δείκτη ποιότητας και ισότητας στην ογκολογική φροντίδα» την «απρόσκοπτη διαθεσιμότητα τεκμηριωμένων θεραπευτικών επιλογών και βιοδεικτών» και έκανε ειδική αναφορά στη διακοπή διάθεσης συγκεκριμένων φαρμάκων καθώς και στις ελλείψεις φθηνών σκευασμάτων από την αγορά.
Η εισήγηση Σαλούστρου
Αναλυτικά η εισήγηση του προέδρου της Εταιρείας Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδος στην ετήσια συνάντηση του ΣΦΕΕ έχει ως εξής
«Η συζήτηση για μια Εθνική Στρατηγική για τον Καρκίνο δεν αφορά μόνο την οργάνωση υπηρεσιών υγείας. Αφορά, πρωτίστως, τη δέσμευσή μας να διασφαλίσουμε ότι κάθε πολίτης θα έχει ισότιμη πρόσβαση στην πρόληψη, στη διάγνωση, στη θεραπεία και στη συνολική φροντίδα.
Από τη σκοπιά της Εταιρείας Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας, τρεις πυλώνες είναι καθοριστικοί: η πρόληψη και ο προσυμπτωματικός έλεγχος, η απρόσκοπτη πρόσβαση σε αποτελεσματικές και εξατομικευμένες θεραπείες και η ουσιαστική ενσωμάτωση της παρηγορικής φροντίδας.
Πρώτον, η πρόληψη: γνωρίζουμε ότι ένα σημαντικό ποσοστό των καρκίνων μπορεί να προληφθεί ή να διαγνωστεί σε πρώιμο στάδιο, όπου οι πιθανότητες ίασης είναι σαφώς υψηλότερες. Ο οργανωμένος προσυμπτωματικός έλεγχος, η ισότιμη συμμετοχή του πληθυσμού στα εθνικά προγράμματα και η έγκαιρη διάγνωση αποτελούν επένδυση δημόσιας υγείας με άμεσο όφελος σε επιβίωση και ποιότητα ζωής.
Παράλληλα, η συστηματική ενημέρωση των πολιτών για τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου και παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής – όπως η διακοπή και απόφυγή του καπνίσματος, η διατήρηση ιδανικού σωματικού βάρους, η υγιεινή διατροφή, η σωματική άσκηση και ο εμβολιασμός– μπορεί να μειώσει ουσιαστικά τη νοσηρότητα από καρκίνο. Εξίσου σημαντική είναι και η αντιμετώπιση περιβαλλοντικών παραγόντων και της ρύπανσης, που αποτελούν πλέον αναγνωρισμένους προσδιοριστές κινδύνου για συγκεκριμένες κακοήθειες.
Η πρόληψη, επομένως, δεν είναι απλώς ιατρική πράξη· είναι οριζόντια πολιτική δημόσιας υγείας.
Δεύτερον, η πρόσβαση στη θεραπεία: η σύγχρονη ογκολογία βασίζεται ολοένα και περισσότερο στην εξατομικευμένη ιατρική και στη χρήση βιοδεικτών, που επιτρέπουν τη σωστή θεραπεία στον σωστό ασθενή, τη σωστή χρονική στιγμή. Η δημοσίευση της ανανεωμένης λίστας βιοδεικτών αποτέλεσε σημαντική εξέλιξη, ωστόσο η κλινική της εφαρμογή αποτελεί ζητούμενο.
Οι πρόσφατες εξελίξεις που αφορούν τη διακοπή διάθεσης συγκεκριμένων αντικαρκινικών θεραπειών στη χώρα μας, όπως το panitumumab, αλλά και οι ελλείψεις που αντιμετωπίζουμε σε φθηνά φάρμακα αναδεικνύουν την ανάγκη για σταθερούς και προβλέψιμους μηχανισμούς που να διασφαλίζουν τη συνέχεια της θεραπείας, τόσο για τους ήδη θεραπευόμενους όσο και για τους νέους ασθενείς.
Η απρόσκοπτη διαθεσιμότητα τεκμηριωμένων θεραπευτικών επιλογών και βιοδεικτών αποτελεί βασικό δείκτη ποιότητας και ισότητας στην ογκολογική φροντίδα.
Τρίτον, η παρηγορική φροντίδα: μια ολοκληρωμένη στρατηγική για τον καρκίνο δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην αντικαρκινική θεραπεία. Η έγκαιρη ενσωμάτωση της παρηγορικής φροντίδας – η ανακούφιση από τον πόνο, η διαχείριση των συμπτωμάτων, η ψυχοκοινωνική υποστήριξη – βελτιώνει ουσιαστικά την ποιότητα ζωής των ασθενών και των οικογενειών τους και αποτελεί δείκτη ανθρωποκεντρικού και ώριμου συστήματος υγείας.
Κλείνοντας, πιστεύουμε ότι η επιτυχία μιας Εθνικής Στρατηγικής προϋποθέτει συνεργασία όλων: Πολιτείας, επιστημονικών εταιρειών, φαρμακοβιομηχανίας και ασθενών. Μόνο μέσα από κοινό σχεδιασμό μπορούμε να εξασφαλίσουμε λιγότερους καρκίνους, έγκαιρες διαγνώσεις, καλύτερη πρόσβαση στην καινοτομία και ουσιαστική φροντίδα για κάθε ασθενή.
Η ΕΟΠΕ θα συνεχίσει να συμβάλλει ενεργά και τεκμηριωμένα προς αυτή την κατεύθυνση».





