Παθήσεις του εγκεφάλου, όπως η νόσος Αλτσχάιμερ και το εγκεφαλικό επεισόδιο, μπορούν να επιταχύνουν αυτή τη διαδικασία, οδηγώντας τελικά στην άνοια, δηλαδή στην απώλεια νοητικών ικανοτήτων και της ανεξαρτησίας του ατόμου.
Σήμερα, οι επιστήμονες μπορούν να εκτιμήσουν τη «βιολογική ηλικία» του εγκεφάλου ενός ανθρώπου μέσω απεικονιστικών εξετάσεων και να τη συγκρίνουν με τη χρονολογική του ηλικία. Η διαφορά αυτή, γνωστή ως χάσμα ηλικίας του εγκεφάλου (brain-age gap), μπορεί να προβλέψει ποιοι άνθρωποι είναι πιθανότερο να εμφανίσουν ταχύτερη νοητική έκπτωση και τελικά άνοια. Μια μελέτη που παρακολούθησε περίπου 39.000 άτομα επιβεβαίωσε αυτή τη σχέση.
Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής
Τα καλά νέα είναι ότι αλλαγές στον τρόπο ζωής -όπως η διακοπή του καπνίσματος, η μείωση της κατανάλωσης αλκοόλ και η τακτική σωματική άσκηση- μπορούν να επιβραδύνουν αυτή την έκπτωση.
Τι συμβαίνει όμως με την εκμάθηση μιας δεύτερης ή/και τρίτης γλώσσας; Θα μπορούσε να βοηθήσει τον εγκέφαλο να παραμείνει «νεότερος» για περισσότερο και να καθυστερήσει την άνοια;
Προκαταρκτικά ευρήματα που παρουσιάστηκαν πρόσφατα σε επιστημονικό συνέδριο έδειξαν ότι οι άνθρωποι που μιλούν περισσότερες γλώσσες τείνουν να έχουν «νεότερους» εγκεφάλους. Η γνώση δύο γλωσσών συσχετίστηκε με καθυστέρηση της γήρανσης του εγκεφάλου κατά περίπου έξι χρόνια, ενώ η γνώση τεσσάρων γλωσσών με καθυστέρηση έως και 13 χρόνια.
Μια άλλη μελέτη, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 86.000 άνθρωποι από 27 ευρωπαϊκές χώρες, διαπίστωσε ότι όσοι μιλούσαν μόνο μία γλώσσα είχαν υπερδιπλάσια πιθανότητα να παρουσιάσουν ταχύτερη γήρανση του εγκεφάλου. Η γνώση δύο γλωσσών φάνηκε να μειώνει αυτόν τον κίνδυνο κατά 30%.
Σε θεωρητικό επίπεδο η εκμάθηση γλωσσών δημιουργεί αυτό που οι επιστήμονες αποκαλούν «γνωστικό ή εγκεφαλικό απόθεμα» (brain reserve) – επιπλέον συνδέσεις μεταξύ των νευρικών κυττάρων που βοηθούν τον εγκέφαλο να αντέχει καλύτερα τις βλάβες που προκαλούνται από τη γήρανση και τις ασθένειες.
Η εικόνα όμως δεν είναι τόσο απλή. Το αποτέλεσμα μπορεί να εξαρτάται από τον τρόπο διεξαγωγής της έρευνας, από το ποιοι συμμετέχουν σε αυτήν και από τους λόγους για τους οποίους κάποιος μιλά περισσότερες από μία γλώσσες.
Καθυστέρηση της διάγνωσης
Όταν οι ερευνητές συνδύασαν τα αποτελέσματα πολλών μελετών, διαπίστωσαν ότι η πολυγλωσσία δεν μειώνει πραγματικά τον κίνδυνο εμφάνισης άνοιας. Αυτό που φαίνεται να κάνει είναι να καθυστερεί τη διάγνωση κατά δύο έως πέντε χρόνια.
Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι η εκμάθηση μιας δεύτερης γλώσσας ενισχύει το λεξιλόγιο και τις δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων, γεγονός που μπορεί να καλύπτει τα πρώιμα συμπτώματα της άνοιας χωρίς όμως να αποτρέπει την ίδια τη νόσο.
Υπάρχει και μία ακόμη δυσκολία. Οι περισσότερες σχετικές μελέτες έχουν πραγματοποιηθεί σε λευκούς, μεσοαστούς πληθυσμούς στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, δηλαδή σε ανθρώπους που συχνά μεγάλωσαν σε περιβάλλοντα με καλή εκπαίδευση και υποστηρικτικούς γονείς.
Η ίδια αυτή ομάδα είναι επίσης πιθανότερο να ακολουθεί και άλλες συνήθειες που προστατεύουν τον εγκέφαλο, όπως η ανάγνωση βιβλίων, η άθληση ή η εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου, δραστηριότητες που έχουν επίσης συνδεθεί με χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας.
Υπάρχει ακόμη και το γνωστό πρόβλημα της σχέσης αιτίας και αποτελέσματος. Άτομα με καλύτερη μνήμη για λέξεις και γλωσσικούς κανόνες -καθώς και με την κατάλληλη υποστήριξη και κίνητρα– είναι πιθανότερο να γίνουν πολύγλωσσα εξαρχής.
Επιπλέον, η μεσαία κοινωνικοοικονομική τάξη συνδέεται γενικά με πιο υγιεινό τρόπο ζωής: καλύτερη διατροφή, καλύτερη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, περισσότερο ελεύθερο χρόνο και λιγότερο άγχος – παράγοντες που από μόνοι τους μειώνουν τον κίνδυνο άνοιας.
Τι γίνεται με όσους μεταναστεύουν
Αν η γνώση πολλών γλωσσών ήταν από μόνη της προστατευτική, τότε θα περίμενε κανείς οι μετανάστες -που συχνά χρειάζεται να μάθουν μια νέα γλώσσα- να έχουν μικρότερο κίνδυνο άνοιας. Στην πραγματικότητα, ισχύει το αντίθετο. Αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι οι μετανάστες διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο.
Οι λόγοι είναι σύνθετοι. Η κακή υγεία, η κοινωνική απομόνωση και η κατάθλιψη, ιδιαίτερα στις γυναίκες μετανάστριες, φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο. Συχνά, αυτά συνδέονται με περιορισμένες γλωσσικές δεξιότητες που οφείλονται στη χαμηλή εκπαίδευση.
Αυτό υποδηλώνει ότι η ικανότητα να επικοινωνεί κανείς αποτελεσματικά ώστε να εκφράζει τις ανάγκες του και να λαμβάνει υποστήριξη ίσως είναι σημαντικότερη από το απλό γεγονός ότι μιλά περισσότερες από μία γλώσσες.
Η Ινδονησία διαθέτει τον μεγαλύτερο πολύγλωσσο πληθυσμό στον κόσμο, με περισσότερα από 200 εκατομμύρια ανθρώπους να μιλούν περισσότερες από μία γλώσσες. Παρ' όλα αυτά, τα ποσοστά άνοιας σε ορισμένες περιοχές της χώρας είναι διπλάσια από εκείνα πλουσιότερων δυτικών χωρών, σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησαν ο συγγραφέας του άρθρου και οι συνεργάτες του.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στις φτωχές αγροτικές περιοχές, όπου τα επίπεδα εκπαίδευσης είναι χαμηλά, καθώς και μεταξύ των γυναικών. Ωστόσο, ακόμη και εκεί, η κοινωνική δραστηριότητα και η τακτική άσκηση μείωναν τον κίνδυνο άνοιας.
Αν η θεωρία του «γνωστικού αποθέματος» επιβεβαιωθεί, τότε η εκμάθηση μιας νέας γλώσσας αργότερα στη ζωή θα μπορούσε να βοηθήσει τον εγκέφαλο να δημιουργήσει νέες συνδέσεις και να αντιμετωπίσει καλύτερα τη γήρανση. Η διαδικασία αυτή αυξάνει επίσης την αιμάτωση του εγκεφάλου και, κατά συνέπεια, την παροχή οξυγόνου και θρεπτικών συστατικών στις περιοχές που ενεργοποιούνται. Αυτό συμφωνεί με την αρχή «χρησιμοποίησέ το ή χάσ' το», σύμφωνα με την οποία ο εγκέφαλος λειτουργεί σε κάποιον βαθμό όπως ένας μυς.
Απαιτούνται περισσότερες μελέτες
Καθώς η άνοια εξελίσσεται, οι άνθρωποι συχνά χάνουν πρώτα τη λιγότερο ισχυρή, δεύτερη γλώσσα τους. Αυτό ίσως εξηγεί γιατί η προστατευτική της επίδραση φαίνεται να εξασθενεί και γιατί η διάγνωση καθυστερεί αντί να αποτρέπεται.
Για να διαπιστωθεί πραγματικά αν η εκμάθηση μιας γλώσσας προστατεύει τον εγκέφαλο, απαιτούνται μελέτες που να συγκρίνουν ηλικιωμένους οι οποίοι μαθαίνουν μια νέα γλώσσα με άλλους που δεν τη μαθαίνουν. Μέχρι σήμερα, αυτού του είδους οι έρευνες έχουν δώσει αντικρουόμενα αποτελέσματα. Περίπου οι μισές δεν διαπίστωσαν καμία επίδραση στις γνωστικές λειτουργίες.
Όπως συμβαίνει με τις περισσότερες έρευνες για την άνοια, ένα συμπέρασμα είναι σαφές: καμία μεμονωμένη συνήθεια -συμπεριλαμβανομένης της εκμάθησης μιας νέας γλώσσας- δεν είναι πιθανό να καθορίσει από μόνη της αν κάποιος θα εμφανίσει άνοια. Η συνολική ποιότητα ζωής, η σωματική άσκηση, η κοινωνική δραστηριότητα, η εκπαίδευση και οι υπόλοιποι παράγοντες του τρόπου ζωής φαίνεται να παίζουν πολύ σημαντικότερο ρόλο.
Πηγή: THE CONVERSATION.COM





