Η διάγνωση με σύφιλη δύο ανήλικων που εντοπίστηκαν σε διαμέρισμα στην Κυψέλη όπου βρέθηκε και ένα νεκρό μωρό βρίσκεται στο μικροσκόπιο των ειδικών για να διαπιστωθεί ο τρόπος με το οποίο τα παιδιά εκτέθηκαν σε αυτό το βακτήριο που μεταδίδεται σεξουαλικά αλλά και μέσω της κύησης.
Η σύφιλη είναι μια σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη που προκαλείται από το βακτήριο Treponema pallidum. Αν και συνδέεται κυρίως με τη σεξουαλική μετάδοση στους ενήλικες, υπάρχει ένας ιδιαίτερα σημαντικός τρόπος με τον οποίο μπορεί να αφορά και τα παιδιά: η μετάδοση από τη μητέρα στο έμβρυο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Η κατάσταση αυτή ονομάζεται συγγενής σύφιλη και μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για την υγεία του νεογνού, εάν η μητέρα δεν διαγνωστεί και δεν λάβει την κατάλληλη θεραπεία.
Μια έγκυος που έχει σύφιλη μπορεί να μεταδώσει τη λοίμωξη στο μωρό κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η λοίμωξη μπορεί να επηρεάσει σοβαρά την έκβαση της κύησης και, εάν δεν αντιμετωπιστεί, μπορεί να οδηγήσει σε αποβολή, ενδομήτριο θάνατο ή σοβαρή νόσηση του νεογνού.
Η νόσος στο νεογνό είναι γνωστή ως συγγενής σύφιλη.
Το σημαντικό είναι ότι η σύφιλη μπορεί να αντιμετωπιστεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Επομένως, η έγκαιρη διάγνωση της λοίμωξης και η άμεση έναρξη της κατάλληλης θεραπείας αποτελούν βασικά μέτρα για την προστασία του μωρού.
Η σύφιλη δεν αφορά μόνο την εγκυμοσύνη
Στους ενήλικες, η σύφιλη μεταδίδεται κυρίως κατά τη σεξουαλική επαφή με μολυσμένο άτομο. Η μετάδοση μπορεί να γίνει κατά το κολπικό, πρωκτικό ή στοματικό σεξ.
Η λοίμωξη είναι συχνά ασυμπτωματική, γεγονός που σημαίνει ότι ένα άτομο μπορεί να έχει σύφιλη και να μην το γνωρίζει.
Η χρήση προφυλακτικού σε κάθε σεξουαλική επαφή μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο μετάδοσης, χωρίς όμως να τον εξαλείφει πλήρως.
Ποια είναι τα συμπτώματα
Η σύφιλη εξελίσσεται σε διαφορετικά στάδια και τα συμπτώματα μπορεί να διαφέρουν.
Πρωτογόνος σύφιλη
Το πρώτο χαρακτηριστικό σημάδι είναι συνήθως ένα μονήρες και ανώδυνο έλκος στο σημείο από όπου εισήλθε το βακτήριο στον οργανισμό.
Μπορεί να εμφανιστεί στο πέος, το αιδοίο, τον κόλπο ή τον πρωκτό, ενώ ανάλογα με τη θέση του μπορεί να μην γίνει αντιληπτό. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν περισσότερα έλκη ή βλάβες σε άλλα σημεία, όπως το στόμα.
Το έλκος μπορεί να επουλωθεί ακόμη και χωρίς θεραπεία, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η λοίμωξη έχει εξαφανιστεί.
Δευτερογόνος σύφιλη
Εάν δεν χορηγηθεί θεραπεία, η λοίμωξη μπορεί να εξελιχθεί στο δεύτερο στάδιο.
Μπορεί να εμφανιστεί δερματικό εξάνθημα, το οποίο συχνά περιλαμβάνει τις παλάμες των χεριών και τα πέλματα. Ενδέχεται επίσης να παρουσιαστούν βλάβες στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, λευκές πλάκες στο στόμα και διογκωμένοι λεμφαδένες.
Πιο σπάνια μπορεί να εμφανιστούν προβλήματα όπως απώλεια μαλλιών σε συγκεκριμένες περιοχές, προβλήματα ακοής ή όρασης και φλεγμονές σε όργανα όπως το ήπαρ, οι νεφροί ή ο εγκέφαλος.
Λανθάνουσα σύφιλη
Μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων, η λοίμωξη μπορεί να παραμείνει στον οργανισμό χωρίς να προκαλεί εμφανή συμπτώματα για αρκετά χρόνια. Η παρουσία της μπορεί να διαπιστωθεί μέσω εξέτασης αίματος.
Τριτογόνος σύφιλη
Χωρίς θεραπεία, περίπου 1 στα 10 άτομα με σύφιλη μπορεί να εμφανίσει σοβαρές βλάβες στο νευρικό σύστημα, τα οστά ή την καρδιά, αρκετά χρόνια μετά τη λοίμωξη.
Πώς γίνεται η διάγνωση
Η διάγνωση μπορεί να απαιτήσει εξέταση αίματος για την ανίχνευση αντισωμάτων έναντι του βακτηρίου που προκαλεί τη σύφιλη.
Εάν υπάρχει ύποπτο έλκος, μπορεί να χρειαστεί να ληφθεί δείγμα από τη βλάβη για εργαστηριακό έλεγχο. Σε ορισμένες περιπτώσεις η σύφιλη μπορεί να μην ανιχνευθεί αμέσως στις εξετάσεις αίματος και μπορεί να χρειαστεί επανάληψη.
Όποιος θεωρεί ότι έχει έρθει σε επαφή με άτομο που έχει σύφιλη ή εμφανίζει συμπτώματα που μπορεί να σχετίζονται με τη λοίμωξη θα πρέπει να απευθυνθεί σε Δερματολόγο-Αφροδισιολόγο.
Εφόσον διαγνωστεί σύφιλη, συνιστάται επίσης έλεγχος για άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, καθώς μπορεί να συνυπάρχουν περισσότερες από μία λοιμώξεις. Συνιστάται επίσης αιματολογικός έλεγχος για HIV.
Η θεραπεία είναι αποτελεσματική
Η σύφιλη αντιμετωπίζεται με αντιβιοτικά, με συνηθέστερη θεραπεία τις ενέσεις πενικιλίνης.
Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά το συντομότερο δυνατό, καθώς χωρίς αντιμετώπιση η λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η θεραπεία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Όπως επισημαίνεται από την Ελληνική Δερματολογική και Αφροδισιολογική Εταιρεία, εάν μια γυναίκα διαγνωστεί με σύφιλη, η θεραπεία μπορεί να χορηγηθεί με ασφάλεια κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, συμβάλλοντας στην προστασία του μωρού από τη συγγενή σύφιλη.
Τι πρέπει να κάνουν οι σεξουαλικοί σύντροφοι
Η διάγνωση σύφιλης σημαίνει ότι πρέπει να ενημερωθούν και οι πρόσφατοι σεξουαλικοί σύντροφοι, ώστε να εξεταστούν και, εφόσον χρειάζεται, να λάβουν θεραπεία.
Σε περίπτωση πρωτογόνου σύφιλης, θα πρέπει να εξεταστεί ο τωρινός σύντροφος και οι υπόλοιποι σεξουαλικοί σύντροφοι των τελευταίων τριών μηνών.
Στη δευτερογόνο σύφιλη, συνιστάται επικοινωνία με τους σεξουαλικούς συντρόφους των τελευταίων επτά μηνών.
Η ενημέρωση των συντρόφων είναι σημαντική τόσο για την αποφυγή επαναμόλυνσης όσο και για την πρόληψη πιθανών επιπλοκών στους ίδιους.
Η πρόληψη ξεκινά από την έγκαιρη διάγνωση
Η σύφιλη είναι μια λοίμωξη που μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, όμως η απουσία συμπτωμάτων δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει.
Ιδιαίτερα στην εγκυμοσύνη, ο έλεγχος και η έγκαιρη θεραπεία έχουν καθοριστική σημασία, καθώς μπορούν να προστατεύσουν το έμβρυο από τις σοβαρές συνέπειες της συγγενούς σύφιλης.
Για τον λόγο αυτό, σε περίπτωση υποψίας σύφιλης ή άλλου σεξουαλικώς μεταδιδόμενου νοσήματος, είναι σημαντικό να ζητείται άμεσα ιατρική συμβουλή και να πραγματοποιείται ο απαραίτητος εργαστηριακός έλεγχος





