Νέα μελέτη σε περισσότερες από 12.000 γυναίκες στη Νέα Υόρκη δείχνει ότι το πόσο εύκολα περπατιέται μια γειτονιά μπορεί να επηρεάζει τις πιθανότητες εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 μετά τον διαβήτη κύησης. Ωστόσο, τα οφέλη φαίνεται να εξαρτώνται και από την οικονομική κατάσταση όσων ζουν στην περιοχή.
Η μελέτη που διενεργήθηκε από ερευνητές της Σχολής Δημόσιας Υγείας Mailman του Πανεπιστημίου Columbia που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Diabetes Care και εξέτασε όχι μόνο τον σχεδιασμό των γειτονιών, αλλά και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επικρατούν σε αυτές.
Μία στις πέντε γυναίκες εμφάνισε διαβήτη τύπου 2
Ο διαβήτης κύησης συνήθως υποχωρεί μετά τον τοκετό, αποτελεί όμως σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση διαβήτη τύπου 2 αργότερα στη ζωή.
«Οι γυναίκες με διαβήτη κύησης διατρέχουν υψηλό κίνδυνο να αναπτύξουν διαβήτη τύπου 2. Ωστόσο, γνωρίζουμε λιγότερα για το πώς οι ατομικοί και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες επηρεάζουν από κοινού την ανάπτυξη διαβήτη τύπου 2 μετά την εγκυμοσύνη. Η μελέτη μας βοηθά να καλυφθεί αυτό το κενό, εξετάζοντας τη σχέση μεταξύ του πόσο εύκολα περπατιέται μια γειτονιά και του κινδύνου διαβήτη σε διάστημα 12 ετών», εξηγεί ο Bohao Wu, Ph.D., μεταδιδακτορικός ερευνητής επιδημιολογίας στο Columbia Mailman School και πρώτος συγγραφέας της μελέτης.
Οι ερευνητές αξιοποίησαν δεδομένα από τη μελέτη A1C in Pregnancy and Postpartum Linkage for Equity (APPLE), στην οποία συμμετείχαν γυναίκες που γέννησαν στη Νέα Υόρκη την περίοδο 2009-2011.
Στην τελική ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 12.403 γυναίκες με ιστορικό διαβήτη κύησης, οι οποίες παρακολουθήθηκαν έως το 2021. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στοιχεία από πιστοποιητικά γέννησης και νοσοκομειακά αρχεία, τα οποία συνδέθηκαν με εργαστηριακές εξετάσεις γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (A1C).
Ως νέο περιστατικό διαβήτη τύπου 2 θεωρήθηκε η καταγραφή τιμής A1C ίσης ή μεγαλύτερης από 6,5%, τουλάχιστον 12 εβδομάδες μετά τον τοκετό. Γυναίκες που είχαν ήδη διαβήτη πριν από την εγκυμοσύνη δεν συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη.
Σε διάστημα 12 ετών, το 21% των γυναικών εμφάνισε διαβήτη τύπου 2.
15% χαμηλότερος κίνδυνος στις γειτονιές που περπατιούνται πιο εύκολα
Οι ερευνητές εξέτασαν στη συνέχεια κατά πόσο το πόσο εύκολα περπατιέται μια γειτονιά συνδέεται με τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.
Στην ανάλυση συνυπολογίστηκαν παράγοντες όπως η ηλικία, η φυλή και η εθνικότητα, το μορφωτικό επίπεδο, η χώρα γέννησης, ο αριθμός των κυήσεων, καθώς και η οικονομική κατάσταση της γειτονιάς.
Μετά την προσαρμογή για αυτούς τους παράγοντες, οι γυναίκες που ζούσαν σε γειτονιές μέτριας ευκολίας στο να μετακινούνται με τα πόδια είχαν 15% χαμηλότερο ρυθμό εμφάνισης διαβήτη τύπου 2, σε σύγκριση με όσες ζούσαν στις λιγότερο εύκολα περπατήσιμες περιοχές.
Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιήθηκε στις γειτονιές με τα υψηλότερα επίπεδα ευκολίας στο περπάτημα. Η συσχέτιση μεταξύ ενός περιβάλλοντος που ευνοεί περισσότερο το περπάτημα και χαμηλότερου κινδύνου διαβήτη τύπου 2 παρατηρήθηκε μόνο μεταξύ των γυναικών που ζούσαν στις πιο οικονομικά προνομιούχες γειτονιές.
«Τα ευρήματα δείχνουν ότι το πόσο εύκολα περπατιέται μια γειτονιά δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από τις ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στις οποίες ζουν οι άνθρωποι», σημείωσε ο Wu.
Ο "εξουδετερωτικός" ρόλος του κυκλοφοριακού
Σύμφωνα με τους ερευνητές, ο πολεοδομικός σχεδιασμός από μόνος του δεν αρκεί για να εξασφαλίσει τα οφέλη που μπορεί να προσφέρει ένα περιβάλλον που ενθαρρύνει το περπάτημα.
Σε οικονομικά υποβαθμισμένες περιοχές, για παράδειγμα, οι δρόμοι και οι υποδομές μπορεί να επιτρέπουν το περπάτημα, αλλά οι κάτοικοι να εκτίθενται παράλληλα σε αυξημένη ατμοσφαιρική ρύπανση και έντονη κυκλοφορία. Παράλληλα, μπορεί να υπάρχει λιγότερο πράσινο, ζητήματα ασφάλειας ή περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες και άλλους πόρους που προάγουν την υγεία.
«Ενώ η δημιουργία γειτονιών όπου είναι εύκολο να περπατά κανείς αποτελεί βασικό στόχο του πολεοδομικού σχεδιασμού και μπορεί να βελτιώσει την καρδιομεταβολική υγεία, οι πολιτικές θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίζουν την οικονομική μειονεξία των γειτονιών για μέγιστο αντίκτυπο», δήλωσε η Teresa Janevic, Ph.D., αναπληρώτρια καθηγήτρια επιδημιολογίας στο Columbia Mailman School και κύρια ερευνήτρια της μελέτης.





