Η ανάγνωση ως συνήθεια δεν είναι τόσο παλιά ώστε να έχει προλάβει ο εγκέφαλός μας να διαμορφώσει ένα εξειδικευμένο κέντρο. Επομένως, ο εγκέφαλος πρέπει να μάθει να διαβάζει αξιοποιώντας συστήματα που εξελίχθηκαν για άλλους σκοπούς. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, όμως, δεν ήταν σαφές ποια ακριβώς συστήματα επιστρατεύει για να το πετύχει και με ποιον τρόπο.
Αυτό είναι σημαντικό, καθώς οι διαφορές σε αυτά τα προϋπάρχοντα συστήματα θα μπορούσαν να εξηγήσουν γιατί κάποιοι βρίσκουμε την ανάγνωση ευκολότερη από άλλους. Θα μπορούσαν επίσης να εξηγήσουν πώς οι άνθρωποι που είναι κωφοί, τυφλοί ή έχουν δυσλεξία μαθαίνουν να διαβάζουν με αξιοσημείωτα διαφορετικούς τρόπους. Σε νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Cerebral Cortex, υπάρχουν ορισμένες ενδιαφέρουσες απαντήσεις.
Στην εν λόγω μελέτη διερευνήθηκε η σχέση μεταξύ των αναγνωστικών δεξιοτήτων των ανθρώπων και της λεπτομερούς δομής του εγκεφάλου τους. Παράλληλα, συγκρίθηκαν δίδυμα με διαφορετικό βαθμό γενετικής ομοιότητας, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν κοινοί γενετικοί παράγοντες συμβάλλουν στις σχέσεις μεταξύ της δομής του εγκεφάλου και της αναγνωστικής ικανότητας.
Αυτά τα πρότυπα προσφέρουν στοιχεία για το ποια τμήματα του κατανεμημένου «δικτύου ανάγνωσης» μπορεί να παρέχουν τις αρχικές προϋποθέσεις για την ανάγνωση και ποια ενδέχεται να επηρεάζονται περισσότερο από την εμπειρία.
Η βασική νευρωνική υποδομή
Χρησιμοποιήθηκαν εγκεφαλικές απεικονίσεις υψηλής ανάλυσης από το Human Connectome Project, μια μεγάλη μελέτη υγιών νεαρών ενηλίκων. Οι συμμετέχοντες δεν διάβαζαν την ώρα που γινόταν η σάρωση του εγκεφάλου τους. Αντίθετα, ολοκλήρωσαν ξεχωριστά μια σειρά από γλωσσικά τεστ. Το σημαντικότερο για τη μελέτη ήταν ένα προσαρμοστικό τεστ ανάγνωσης, στο οποίο οι συμμετέχοντες έπρεπε να προφέρουν δυνατά κάποιες γραπτές λέξεις. Οι επιδόσεις τους σε αυτό το τεστ χρησιμοποιήθηκαν ως μέτρο της αναγνωστικής τους ικανότητας.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αρκετές περιοχές του εγκεφάλου συμβάλλουν στις δεξιότητες που απαιτούνται για την ανάγνωση και ότι ορισμένες παρουσιάζουν κληρονομικές συσχετίσεις με αυτήν. Για να είμαστε σαφείς, η κληρονομικότητα δεν σημαίνει ότι γεννιόμαστε με έναν συγκεκριμένο τρόπο και δεν μπορούμε να αλλάξουμε. Ο εγκέφαλος, στην πραγματικότητα, αλλάζει διαρκώς. Αντίθετα, ξεκινάμε με έναν εν μέρει κληρονομημένο «σβώλο πηλού», τον οποίο διαμορφώνουμε και τελειοποιούμε συνεχώς καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής μας.
Ας ξεκινήσουμε με τις ακουστικές ικανότητες. Όταν μαθαίνουμε να διαβάζουμε στο σχολείο, συνήθως ξεκινάμε αναγνωρίζοντας ήχους τους οποίους συνδυάζουμε νοητικά. Στην πραγματικότητα, τα προβλήματα στην αντίληψη της ηχητικής δομής της γλώσσας θεωρούνται συχνά ένας από τους βασικούς παράγοντες που σχετίζονται με την αναπτυξιακή δυσλεξία.
Για να διαβάσουν, τα παιδιά μαθαίνουν να αντιστοιχίζουν κάθε γράμμα με έναν ήχο και να συνδυάζουν σειρές γραμμάτων ώστε να σχηματίζουν λέξεις: το σίγμα με τον ήχο «σσσ», το γιώτα με το σύντομο «ι» και το ταυ με τον ήχο «τ», ώστε να μπορούν να προφέρουν λέξεις -μικρές ή και μεγαλύτερες- που περιέχουν αυτά τα γράμματα.
Η διάσπαση των προφορικών λέξεων σε επιμέρους ήχους της ομιλίας ξεκινά από το επίπεδο της συλλαβής, δηλαδή με τον συλλαβισμό. Αυτό απαιτεί την ικανότητα να μπορούμε να αναγνωρίζουμε αργές μεταβολές στην ένταση του ήχου. Οι περισσότερες συλλαβές ξεκινούν ήσυχα με ένα σύμφωνο, στη συνέχεια γίνονται πιο δυνατές στο φωνήεν, και τέλος μειώνεται και πάλι η ένταση.
Πριν μάθουμε να διαβάζουμε σωστά, ο εγκέφαλος μπορεί να χρησιμοποιεί τέτοιου είδους ακουστικά στοιχεία για να εντοπίζει τις συλλαβές και την εσωτερική τους δομή στον προφορικό λόγο, ξεκινώντας έτσι την πορεία προς τον εγγραμματισμό.
Ιδιαίτερα κατάλληλη για αυτή την εργασία είναι μια περιοχή δίπλα στον πρωτογενή ακουστικό φλοιό, στο άνω τμήμα του αριστερού κροταφικού λοβού, κάτω από την περιοχή του κροτάφου και του άνω τμήματος του αυτιού. Πρόκειται για την έσω ζώνη (medial belt area) η οποία είναι προσαρμοσμένη στην ανίχνευση αργών και γενικών μεταβολών στον ήχο. Διαπιστώθηκε ότι η καλά οργανωμένη δομή των νευρικών κυττάρων της έσω ζώνης συνδέεται με την αναγνωστική ικανότητα.
Η σχέση αυτή παρουσίαζε γενετικό συστατικό, γεγονός που υποδηλώνει ότι η οργάνωση αυτού του αντιληπτικού συστήματος μπορεί να επηρεάζει το πόσο εύκολα μαθαίνουμε να διαβάζουμε. Τέτοιες διαφορές θα μπορούσαν να συμβάλλουν στις διαφοροποιήσεις του εγγραμματισμού που δεν διαχωρίζουν απλώς τους ανθρώπους σε εκείνους που έχουν ή δεν έχουν δυσλεξία, αλλά εκτείνονται σε ολόκληρο τον πληθυσμό.
Η ικανότητα κατανόησης του κειμένου
Χρειάζεται όμως να κατανοούμε και αυτό που διαβάζουμε. Ένας ικανός αναγνώστης μπορεί συνήθως να βλέπει τις λέξεις και να τις συνδέει άμεσα με το νόημά τους, παράλληλα με την ενεργοποίηση του αντίστοιχου ήχου.
Η αναγνώριση της οπτικής μορφής μιας λέξης θεωρείται ότι βασίζεται στην ικανότητά μας να διακρίνουμε πρόσωπα μέσα από τα χαρακτηριστικά τους. Αναγνωρίζουμε τα γράμματα και τις λέξεις από τα μικρότερα συστατικά τους -καμπύλες, τελείες και γραμμές- όπως ακριβώς αναγνωρίζουμε τα πρόσωπα από τα μάτια, τη μύτη και το πηγούνι.
Η αναγνώριση προσώπων φαίνεται να εξαρτάται από μια περιοχή στον δεξιό πρόσθιο κροταφικό λοβό, που ονομάζεται ραχιαίο τμήμα του κροταφικού πόλου (dorsal temporal pole). Είναι ενδιαφέρουσα η διαπίστωση πως το μέγεθος αυτής της περιοχής συνδέεται με την αναγνωστική ικανότητα -και αυτή η συσχέτιση παρουσιάζει επίσης κληρονομικότητα. Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι βοηθά στην αναγνώριση των γραπτών λέξεων με τρόπο παρόμοιο με εκείνον με τον οποίο αναγνωρίζουμε ένα πρόσωπο.
Τέλος, μια ακόμη περιοχή στον αριστερό πρόσθιο κροταφικό λοβό, η πρόσθια μέση κροταφική έλικα (anterior middle temporal gyrus), θεωρείται ότι συνδέει τη μορφή της λέξης με το νόημά της. Όσο μεγαλύτερη είναι, τόσο καλύτερη είναι η ικανότητά μας να αποκωδικοποιούμε το νόημα. Και είναι λογικό το πλεονέκτημα στην πρόσβαση στο νόημα των λέξεων να διευκολύνει την εκμάθηση της ανάγνωσης. Πράγματι, το μέγεθός της συνδεόταν επίσης γενετικά με την αναγνωστική ικανότητα.
Περιβάλλον και εμπειρία
Τώρα που εντοπίσαμε ορισμένες πιθανές αρχικές προϋποθέσεις για την αναγνωστική ικανότητα του εγκεφάλου -τον «σβώλο πηλού»- μπορούμε να εξετάσουμε πώς αυτός ο πηλός μπορεί να διαμορφωθεί.
Μετά την ανίχνευση των συλλαβών, οι διακρίσεις μεταξύ των ήχων της ομιλίας πρέπει να τελειοποιηθούν. Αυτό απαιτεί από τον πρωτογενή ακουστικό φλοιό να πραγματοποιεί λεπτομερή ανάλυση των ήχων. Εδώ, ένας παχύτερος φλοιός -το εξωτερικότερο στρώμα του εγκεφάλου- συνδέεται με καλύτερες αναγνωστικές δεξιότητες.
Όπως διαπιστώθηκε, όμως, ο συνδυασμός αναγνωστικής ικανότητας και μεγαλύτερου πάχους του φλοιού δεν καθοριζόταν γενετικά. Αντίθετα, είναι πιθανό η εμπειρία -συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης στους ήχους της ομιλίας, άλλων μορφών ακουστικής ανάλυσης, όπως η διάκριση διαφορετικών μεμονωμένων ήχων μέσα σε ένα ηχητικό περιβάλλον, καθώς και η εξάσκηση στην ανάγνωση- να συμβάλλει στην αύξηση του πάχους του φλοιού.
Η δομή των δεσμίδων νευρικών ινών που συνδέουν τον ήχο με το νόημα και την οπτική μορφή επίσης συσχετίζεται με την αναγνωστική ικανότητα. Ωστόσο, αυτές οι σχέσεις δεν φαίνεται να είναι κληρονομικές. Οι δεσμίδες αυτές ενδέχεται να αναπτύσσονται όταν ο ήχος, το νόημα και η οπτική μορφή των λέξεων συνδέονται κατά την εκπαίδευση στην ανάγνωση και τη γενικότερη γλωσσική έκθεση.
Με άλλα λόγια, όσο περισσότερο διαβάζουμε, τόσο καλύτερα ανταποκρίνεται ο εγκέφαλος στην ανάγνωση.
Τι μπορούμε να μάθουμε από όλα αυτά; Ορισμένοι εγκέφαλοι μπορεί να έχουν μεγαλύτερη ευκολία στην εκμάθηση της αντιστοίχισης γραμμάτων και ήχων, στην αναγνώριση γραπτών λέξεων ή στην πρόσβαση στο νόημά τους. Τελικά, όμως, οι δραστηριότητες που σχετίζονται με την ανάγνωση και τη γλώσσα διαμορφώνουν σε σημαντικό βαθμό το εγκεφαλικό δίκτυο της ανάγνωσης.
Με άλλα λόγια, οι αφοσιωμένοι γονείς, οι εκπαιδευτικοί και οι λογοθεραπευτές μπορούν πράγματι να βοηθήσουν τα παιδιά να αναπτύξουν τον εσωτερικό τους κόσμο.
Εναλλακτικοί τρόποι εκμάθησης της ανάγνωσης
Δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος να μάθει κανείς να διαβάζει. Το παράδειγμα ενός καθηγητή φυσικής που είχε δυσλεξία είναι πολύ χαρακτηριστικό, καθώς δεν μπορούσε εύκολα να προφέρει τις λέξεις «σπάζοντάς» τες σε ήχους και δεν άκουγε τις λέξεις μέσα στο κεφάλι του όταν διάβαζε. Καταλάβαινε, όμως, το κείμενο, περιγράφοντας την εμπειρία του σαν οι γραπτές λέξεις να δημιουργούσαν σιωπηλά νοητικά συστήματα στο μυαλό του.
Μάλιστα, ένιωθε ότι ο τρόπος με τον οποίο διάβαζε αποτελούσε πλεονέκτημα στον επαγγελματικό του τομέα. Στην περίπτωση αυτού του ανθρώπου το ερώτημα είναι πώς μπορεί να ήταν διαμορφωμένος ο πρόσθιος κροταφικός του λοβός – οι περιοχές του εγκεφάλου που εμπλέκονται στην αναγνώριση οικείων μορφών και στην πρόσβαση στο νόημα.
Μια υπόθεση των ερευνητών είναι ότι, εξαιτίας της περιορισμένης υποστήριξης από την ακουστική οδό, ο εγκέφαλός του έμαθε να βασίζεται περισσότερο στις άμεσες συνδέσεις μεταξύ της γραπτής μορφής των λέξεων και του νοήματός τους. Οι πρόσθιοι κροταφικοί λοβοί του μπορεί να συνέβαλαν στην υποστήριξη αυτής της εναλλακτικής οδού κατανόησης του κειμένου.
Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι η δυσλεξία αποτελεί προϋπόθεση για να γίνει κάποιος καθηγητής φυσικής. Για πολλούς ανθρώπους, οι δυσκολίες στην ανάγνωση μπορεί να σημαίνουν μια δύσκολη και επίπονη διαδρομή. Ακόμη και για εκείνον, η επίτευξη ενός τόσο υψηλού επιπέδου δεν μπορεί να ήταν εύκολη υπόθεση.
Το εντυπωσιακό παράδειγμα των κωφών
Οι άνθρωποι που γεννιούνται κωφοί αποτελούν ένα ακόμη εντυπωσιακό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος βρίσκει εναλλακτικές διαδρομές για να μάθει να διαβάζει.
Όπως και ο καθηγητής φυσικής, οι ικανοί κωφοί αναγνώστες μπορούν να βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην οπτική μορφή και στο νόημα των γραπτών λέξεων. Για όσους χρησιμοποιούν νοηματική γλώσσα, όμως, η εκμάθηση της ανάγνωσης σημαίνει επιπλέον τη δημιουργία συνδέσεων ανάμεσα στις γραπτές λέξεις και σε μια άλλη γλώσσα – τη νοηματική τους γλώσσα.
Οι νοηματικές γλώσσες αποτελούν ανεξάρτητα γλωσσικά συστήματα, με το δικό τους λεξιλόγιο και τη δική τους γραμματική, και όχι προφορικές γλώσσες που απλώς μεταφράζονται σε νοήματα.
Η γραφή Braille προσφέρει έναν ακόμη διαφορετικό δρόμο προς την ανάγνωση. Αναπαριστά τα γράμματα μέσω μοτίβων από ανάγλυφες τελείες, επιτρέποντας την ανάγνωση των λέξεων μέσω της αφής και όχι της όρασης.
Είναι αξιοσημείωτο ότι άνθρωποι που χάνουν την όρασή τους σε πολύ μικρή ηλικία μπορούν, όταν διαβάζουν Braille, να επιστρατεύουν τμήματα του εγκεφάλου που κανονικά είναι αφιερωμένα στην όραση.
Εγκεφαλική λειτουργία σε μια «μετα-αναγνωστική» εποχή
Τα τελευταία χρόνια γίνεται πολλή συζήτηση για το ενδεχόμενο η ανθρωπότητα να εισέρχεται σε μια «μετα-αναγνωστική» εποχή. Καταφεύγουμε ολοένα και περισσότερο σε σύντομα βίντεο, ηχητικό περιεχόμενο και άλλα μέσα αντί να διαβάζουμε μεγάλα άρθρα, πόσο μάλλον βιβλία. Και πράγματι, έκθεση του ΟΟΣΑ έχει διαπιστώσει ότι οι δεξιότητες εγγραμματισμού μειώνονται, χρόνο με τον χρόνο.
Θα πρέπει να ανησυχούμε για αυτή την εξέλιξη, επειδή το διάβασμα και η γνώση που μπορεί να προσφέρει αποτελεί τελικά θεμέλιο λίθο των δημοκρατικών κοινωνιών. Χρειαζόμαστε την ικανότητα να διαβάζουμε σε βάθος, καθώς και τη συνεχή προσοχή που απαιτείται γι’ αυτό, ώστε να μπορούμε να αξιολογούμε σωστά ιδέες και πολιτικές πρακτικές.
Ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε, όλοι έχουμε πολλούς καλούς λόγους να ευχαριστούμε τον εκπληκτικό μας εγκέφαλο για αυτή την ικανότητα. Έχουμε μάθει να «χακάρουμε» τον εγκέφαλό μας, συνδυάζοντας διαφορετικούς τύπους πληροφοριών – ακουστικές, οπτικές και ακόμη και απτικές – με το νόημα. Και δεν σταματά εκεί. Δημιουργούμε ολοένα και πιο σύνθετα δίκτυα νοήματος, τα οποία μας βοηθούν να κατανοούμε και να επηρεάζουμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε.
Επομένως, θα πρέπει να παραδοθούμε στη μετα-αναγνωστική εποχή και να σταματήσουμε να εξασκούμε αυτό το αξιοθαύμαστο εγκεφαλικό δίκτυο; Η απάντηση είναι «ούτε κατά διάνοια».
Αντίθετα, θα πρέπει να συνεχίσουμε να διαμορφώνουμε τους «γκρίζους σβώλους πηλού» του εγκεφάλου μας σε όλο και πιο όμορφα σχήματα.
Πώς το καταφέρνουμε αυτό; Διαβάζοντας...
Πηγή: THE CONVERSATION.COM





