Το κοκκίνισμα από αμηχανία είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές ανθρώπινες αντιδράσεις. Παρότι αρκετοί το θεωρούν ενοχλητικό, οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι πρόκειται για έναν σημαντικό μηχανισμό κοινωνικής επικοινωνίας, ο οποίος όχι μόνο αποκαλύπτει τα συναισθήματά μας, αλλά μπορεί να ενισχύσει και την εμπιστοσύνη των άλλων απέναντί μας.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κάρολος Δαρβίνος είχε χαρακτηρίσει το κοκκίνισμα «την πιο ιδιαίτερη και πιο ανθρώπινη από όλες τις εκφράσεις». Αν και ορισμένα ζώα αλλάζουν χρώμα για να επικοινωνήσουν, οι άνθρωποι φαίνεται πως είναι το μοναδικό είδος που κοκκινίζει από αμηχανία ή ντροπή.
Γιατί κοκκινίζουμε;
Το κοκκίνισμα ενεργοποιείται από το συμπαθητικό νευρικό σύστημα – το ίδιο που τίθεται σε λειτουργία όταν βιώνουμε στρες ή φόβο και πυροδοτεί την αντίδραση «μάχης ή φυγής».
Η απελευθέρωση αδρεναλίνης προκαλεί διαστολή των αιμοφόρων αγγείων του προσώπου, αυξάνοντας τη ροή του αίματος στο δέρμα και κάνοντας το πρόσωπο να αποκτά πιο έντονο χρώμα.
«Είναι ένα πολύ ειλικρινές σήμα», εξηγεί η καθηγήτρια Sophie Scott, διευθύντρια του Institute for Cognitive Neuroscience στο University College London. «Δεν μπορεί να προσποιηθεί κανείς ότι κοκκινίζει και υπάρχουν πολύ λίγες ανθρώπινες εκφράσεις που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Δεν μπορείς να κοκκινίσεις κατά παραγγελία.»
Η ίδια επισημαίνει ότι η αλλαγή είναι πιο εμφανής σε άτομα με ανοιχτόχρωμο δέρμα, όμως στην πραγματικότητα όλοι κοκκινίζουν.
«Στα άτομα που δεν έχουν ανοιχτόχρωμο δέρμα, το δέρμα απλώς σκουραίνει περισσότερο, αλλά παράλληλα ζεσταίνεται. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: ξέρεις ότι κοκκινίζεις, οι άλλοι το καταλαβαίνουν και ξέρουν ότι το γνωρίζεις κι εσύ», αναφέρει.
Γιατί εξελίχθηκε αυτή η αντίδραση;
Οι επιστήμονες θεωρούν ότι το κοκκίνισμα εξελίχθηκε ως ένας μη λεκτικός τρόπος να δείχνουμε ότι αναγνωρίζουμε ένα λάθος ή ότι νιώθουμε ειλικρινή μεταμέλεια.
Στις πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες, η παραβίαση των κανόνων ή η πρόκληση απέναντι στον αρχηγό της ομάδας θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε αποβολή από την κοινότητα. Το κοκκίνισμα πιθανότατα λειτουργούσε ως σήμα αποκλιμάκωσης της έντασης, χωρίς να απαιτείται κάποια επιθετική ή επικίνδυνη συμπεριφορά.
«Φαίνεται ότι συνδέεται με την αξιοπιστία», λέει η Scott. «Όταν κάποιος κοκκινίζει εύκολα, είναι πιο πιθανό να πιστεύεις ότι θα καταλάβεις αν σου λέει ψέματα – ακόμη κι αν αυτό δεν ισχύει πραγματικά. Αυτή η αίσθηση εμπιστοσύνης και οικειότητας είναι που μας βοηθά να συνεργαζόμαστε ως ομάδες.»
Μπορεί να σταματήσει;
Για όσους κοκκινίζουν συχνά, η εμπειρία μπορεί να συνοδεύεται από έντονη αμηχανία ή άγχος. Ωστόσο, οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι υπερεκτιμούν τόσο τη συχνότητα όσο και την ένταση με την οποία κοκκινίζουν.
Ο καθηγητής Peter Drummond, επικεφαλής μελέτης που εξέτασε τη διαφορά ανάμεσα στο πραγματικό και το αντιλαμβανόμενο κοκκίνισμα, αναφέρει:
«Η έρευνά μας έδειξε ότι όταν οι άνθρωποι ένιωθαν αμηχανία, όσοι δεν φοβούνταν ότι θα κοκκινίσουν κοκκίνιζαν στον ίδιο βαθμό με εκείνους που το φοβούνταν· απλώς δεν το πρόσεχαν τόσο πολύ.»
Όπως εξηγεί, όταν οι συμμετέχοντες ενημερώθηκαν για αυτή την αντίδραση, άρχισαν να ανησυχούν περισσότερο.
«Με αυτόν τον τρόπο, η ανησυχία ότι μπορεί να κοκκινίσετε είναι δυνατόν να προκαλέσει τελικά το ίδιο το κοκκίνισμα. Είναι όμως παρήγορο ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν παρατηρούν καν ότι οι άλλοι κοκκινίζουν κατά τη διάρκεια μιας κοινωνικής αλληλεπίδρασης, επειδή η προσοχή τους είναι στραμμένη στο τι θα πουν ή στο πώς θα συνεχιστεί η συζήτηση.»
Ποιες θεραπείες μπορούν να βοηθήσουν
Αν το κοκκίνισμα συνοδεύεται από έντονο κοινωνικό άγχος, οι ειδικοί αναφέρουν ότι η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία (Cognitive Behavioral Therapy - CBT) μπορεί να βοηθήσει στην αλλαγή του τρόπου με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται αυτή την αντίδραση.
Μια ακόμη προσέγγιση είναι η εκπαίδευση συγκέντρωσης στο έργο (Task Concentration Training - TCT), η οποία έχει σχεδιαστεί ειδικά για ανθρώπους που αγχώνονται εξαιτίας εμφανών σωματικών αντιδράσεων, όπως το κοκκίνισμα, το τρέμουλο ή η εφίδρωση.
Στόχος της είναι να μετατοπίσει την προσοχή από τα σωματικά συμπτώματα προς το περιβάλλον, όπως στη φωνή του συνομιλητή ή σε όσα συμβαίνουν γύρω.
«Ο στόχος της TCT και της CBT είναι να αντιμετωπίσουν το άγχος για το κοκκίνισμα και όχι το ίδιο το κοκκίνισμα», εξηγεί ο Drummond. «Ωστόσο, επειδή η ανησυχία μπορεί να λειτουργήσει ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, η μείωση αυτού του άγχους μπορεί τελικά να μειώσει και τη συχνότητα με την οποία κοκκινίζουμε.»
Γιατί μπορεί να μας ωφελεί
Παρά την αμηχανία που προκαλεί, το κοκκίνισμα ίσως να έχει και μια ευεργετική πλευρά.
«Το θεωρώ μια αντίδραση "εκτόνωσης", καθώς βασίζεται στον ίδιο φυσιολογικό μηχανισμό με την ερυθρότητα που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της άσκησης», λέει ο Drummond. «Μπορεί να αισθανόμαστε έντονη ζέστη όταν κοκκινίζουμε, όμως συνήθως νιώθουμε καλύτερα μόλις αυτή υποχωρήσει. Είναι πιθανό το κοκκίνισμα να βοηθά στην εκτόνωση δυσάρεστων συναισθημάτων, όπως ο θυμός, η αμηχανία και η ντροπή, όπως ακριβώς η ερυθρότητα μετά την άσκηση βοηθά τον οργανισμό να αποβάλει τη θερμότητα.»
Πηγή: Guardian





