Οι άνθρωποι που λαμβάνουν φάρμακα τύπου GLP-1 για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας μπορεί να χάσουν βάρος ακόμη και όταν παραμένουν στις χαμηλότερες αρχικές δόσεις, χωρίς να προχωρούν στις υψηλότερες δόσεις συντήρησης. Η απώλεια βάρους είναι σημαντικά μικρότερη, ωστόσο φαίνεται να περιορίζονται και ορισμένες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Οι θεραπείες με σεμαγλουτίδη και τιρζεπατίδη ξεκινούν συνήθως από χαμηλές δόσεις, οι οποίες αυξάνονται σταδιακά ώστε να προσαρμοστεί ο οργανισμός και να περιοριστούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Στην πράξη, ωστόσο, αρκετοί ασθενείς δεν φτάνουν ποτέ στις συνιστώμενες δόσεις συντήρησης, είτε λόγω αντοχών είτε λόγω κόστους, πρόσβασης στη θεραπεία, διαθεσιμότητας ή επειδή οι προσωπικοί τους στόχοι για την απώλεια βάρους είναι διαφορετικοί.
Απώλεια βάρους ακόμη και στη χαμηλότερη δόση
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 534 ασθενείς που παρέμειναν για τουλάχιστον έξι μήνες στη χαμηλότερη εγκεκριμένη δόση ενέσιμης σεμαγλουτίδης, δηλαδή 0,25 mg, και αντίστοιχα από 534 ασθενείς που παρέμειναν για το ίδιο χρονικό διάστημα στη χαμηλότερη δόση τιρζεπατίδης, των 2,5 mg.
Έπειτα από έναν χρόνο, η μέση απώλεια σωματικού βάρους ήταν 2,2% με τη σεμαγλουτίδη και 5,5% με την τιρζεπατίδη.
Τα ποσοστά αυτά είναι αισθητά χαμηλότερα από εκείνα που έχουν καταγραφεί με τις υψηλότερες δόσεις. Σε προηγούμενη άμεση σύγκριση των δύο θεραπειών, η μέση απώλεια βάρους σε διάστημα ενός έτους είχε φτάσει το 13,7% με τη σεμαγλουτίδη και το 20,2% με την τιρζεπατίδη.
Το εύρημα δείχνει ότι οι θεραπείες έχουν μετρήσιμη φαρμακολογική δράση ακόμη και σε δόσεις χαμηλότερες από εκείνες στις οποίες έχουν βασιστεί οι περισσότερες κλινικές μελέτες για τη διαχείριση του βάρους.
«Το γεγονός ότι οι ασθενείς που δεν αύξησαν ποτέ τη δόση πέρα από την αρχική εξακολουθούσαν να χάνουν βάρος δείχνει ότι τα φάρμακα έχουν μετρήσιμη φαρμακολογική επίδραση σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα από τις δόσεις συντήρησης», δήλωσε ο επικεφαλής της μελέτης, Venky Soundararajan, από την εταιρεία ανάλυσης δεδομένων nference.
Λιγότερη ναυτία, αλλά όχι απουσία ανεπιθύμητων ενεργειών
Η διατήρηση των χαμηλότερων δόσεων συνδέθηκε με σημαντικά μικρότερη συχνότητα ορισμένων ανεπιθύμητων ενεργειών, ιδιαίτερα της ναυτίας και της δυσκοιλιότητας, σε σύγκριση με όσα έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλότερες δόσεις.
Οι ερευνητές εντόπισαν, ωστόσο, διαφορές στο προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών μεταξύ των δύο θεραπειών.
Στους ασθενείς που παρέμειναν σε χαμηλή δόση, η τιρζεπατίδη συνδέθηκε με υψηλότερα ποσοστά δυσκοιλιότητας, μυϊκών κραμπών, οσφυϊκής δισκοπάθειας και δύσπνοιας κατά την άσκηση. Αντίθετα, μεταξύ όσων λάμβαναν χαμηλή δόση σεμαγλουτίδης καταγράφηκαν συχνότερα φλεγμονή του αυτιού, έντονη εφίδρωση και οίδημα στους αστραγάλους.
Διαφορές και ως προς την υγεία των νεφρών
Η μελέτη εξέτασε και τις επιπτώσεις στην υγεία των νεφρών. Η σεμαγλουτίδη έχει ήδη λάβει στις ΗΠΑ ειδική έγκριση για τη μείωση του κινδύνου επιδείνωσης της χρόνιας νεφρικής νόσου, ενώ η τιρζεπατίδη δεν διαθέτει αντίστοιχη ειδική έγκριση για νεφροπροστασία.
Στα δεδομένα της μελέτης, ακόμη και στις χαμηλές δόσεις, η έκβαση σε ό,τι αφορούσε τα νεφρά ήταν καλύτερη με τη σεμαγλουτίδη. Μετά από δύο χρόνια, νεφρική βλάβη καταγράφηκε στο 2,7% των ασθενών που λάμβαναν χαμηλή δόση τιρζεπατίδης, έναντι 0,4% εκείνων που λάμβαναν σεμαγλουτίδη.
Οι ερευνητές επισημαίνουν, πάντως, ότι πρόκειται για μελέτη παρατήρησης και επομένως δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίας και αποτελέσματος.
Πηγή: Reuters
Δεν είναι όλες οι θεραπείες ίδιες
Το βασικό μήνυμα της μελέτης είναι ότι η πραγματική χρήση των θεραπειών GLP-1 δεν ακολουθεί πάντα τα σχήματα που έχουν μελετηθεί στις κλινικές δοκιμές. Αρκετοί ασθενείς παραμένουν στις αρχικές δόσεις, είτε επειδή δεν μπορούν να ανεχθούν υψηλότερες δόσεις είτε επειδή δεν επιδιώκουν πολύ μεγάλη απώλεια βάρους.
«Στο μεταξύ, με ασθενείς στην πραγματική ζωή να λαμβάνουν χαμηλότερες από τις συνιστώμενες δόσεις, υπάρχει ανάγκη για ενημέρωση», σημείωσε ο Soundararajan.
«Αυτά τα δύο φάρμακα δεν είναι ισοδύναμα», πρόσθεσε. «Οι ασθενείς που δεν επιδιώκουν απώλεια βάρους της τάξης του 20% ή 30% πρέπει να γνωρίζουν ότι υπάρχει πιθανότητα να χάσουν λίγο βάρος με αυτές τις χαμηλές δόσεις και ότι δικαιούνται να γνωρίζουν το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών».





