Το άγχος συχνά αντιμετωπίζεται ως καθαρά ψυχολογικό φαινόμενο. Ωστόσο, νέα επιστημονική έρευνα δείχνει ότι οι επιδράσεις του φτάνουν πολύ πιο βαθιά, επηρεάζοντας άμεσα τη βιοχημεία του οργανισμού και ακόμη και τη συμπεριφορά του αίματος.
Ερευνητές διαπίστωσαν ότι το οξύ ψυχολογικό στρες μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να μεταβάλει τη σύσταση του αίματος, αυξάνοντας την παραγωγή αντιδραστικών μορίων (ελεύθερων ριζών) και επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο σχηματίζονται οι θρόμβοι.
Το στρες αλλάζει τη «συμπεριφορά» του αίματος
Σύμφωνα με τη μελέτη, που βασίστηκε σε ελεγχόμενο εργαστηριακό πείραμα με υγιείς εθελοντές, το ψυχολογικό στρες οδηγεί τον οργανισμό σε μια κατάσταση αυξημένης πήξης, όπου το αίμα γίνεται πιο επιρρεπές στον σχηματισμό θρόμβων.
Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι μετά από ένα τεστ οξείας ψυχολογικής πίεσης, τα επίπεδα οξειδωτικού στρες αυξήθηκαν σημαντικά, ενώ οι σχηματιζόμενοι θρόμβοι ήταν πιο πυκνοί και συμπαγείς σε σχέση με εκείνους υπό συνθήκες ηρεμίας.
Τα ευρήματα έδειξαν αύξηση των ελεύθερων ριζών, μορίων που σχετίζονται με το λεγόμενο οξειδωτικό στρες, το οποίο φαίνεται να λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός που συνδέει το ψυχολογικό στρες με τις αλλαγές στο αίμα.
Παράλληλα, ενεργοποιήθηκαν μηχανισμοί πήξης, με αποτέλεσμα την παραγωγή πιο «σφιχτών» και συμπαγών θρόμβων.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι, αν και δεν σημαίνει πως ένα στρεσογόνο γεγονός οδηγεί άμεσα σε καρδιακό επεισόδιο, τα δεδομένα ενισχύουν αυτό που ήταν λίγο ή πολύ γνωστό, ότι δηλαδή το ψυχολογικό στρες αποτελεί βιολογικό παράγοντα κινδύνου για το καρδιαγγειακό σύστημα.
Το στρες φαίνεται να επηρεάζει όχι μόνο τη συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων μακροπρόθεσμα, αλλά και τη λειτουργία βασικών μηχανισμών του οργανισμού σε πολύ σύντομο χρόνο.
Τα ευρήματα ανοίγουν τον δρόμο για νέες προσεγγίσεις στην πρόληψη καρδιαγγειακών νοσημάτων, όχι μόνο μέσω της διαχείρισης του άγχους σε ψυχολογικό επίπεδο, αλλά και μέσω της στόχευσης των βιοχημικών μηχανισμών που ενεργοποιούνται στο σώμα κατά τη διάρκεια του στρες.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι απαιτούνται μεγαλύτερες μελέτες σε διαφορετικές πληθυσμιακές ομάδες για την πλήρη κατανόηση του φαινομένου.
Πηγή: The Conversation





