Με σκληρή γλώσσα και σαφές πολιτικό και επιστημονικό στίγμα, οι φαρμακοποιοί της Λάρισας εκφράζουν την έντονη αντίθεσή τους απέναντι στην αυξανόμενη εμπορευματοποίηση του φαρμάκου και της φαρμακευτικής φροντίδας, καταγγέλλοντας ότι κυβερνήσεις, ευρωπαϊκοί θεσμοί και μηχανισμοί της αγοράς επιχειρούν να μετατρέψουν το φάρμακο σε ένα ακόμη προϊόν ηλεκτρονικού εμπορίου.
Όπως επισημαίνει σε σχετική ανακοίνωσή του ο Φαρμακευτικός Σύλλογος Λάρισας, τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότεροι -δικαστικοί, οικονομολόγοι, τεχνοκράτες, πολιτικοί και διάφοροι «ειδικοί» της αγοράς- παρεμβαίνουν στη συζήτηση για τον τρόπο διάθεσης των φαρμάκων, αμφισβητώντας ακόμη και τον αναγκαίο ρόλο του φαρμακοποιού στη διαδικασία χορήγησής τους.
Οι ίδιοι αντιτείνουν ότι η επιστήμη της φαρμακευτικής δεν αντιμετωπίζει το φάρμακο ως εμπορικό προϊόν αλλά ως ουσία άμεσα συνδεδεμένη με τη δημόσια υγεία και την ασφάλεια του ασθενή. Υπενθυμίζουν ότι η εκπαίδευση των φαρμακοποιών βασίζεται στη φαρμακολογία, τη φαρμακευτική χημεία, την τοξικολογία, τις αλληλεπιδράσεις και τις ανεπιθύμητες ενέργειες, υπογραμμίζοντας ότι ακόμη και μικρές διαφοροποιήσεις στη χημική δομή ενός μορίου μπορούν να μεταβάλουν σημαντικά τη δράση του στον ανθρώπινο οργανισμό.
«Μάθαμε ότι το φάρμακο δεν είναι εμπόρευμα», τονίζεται χαρακτηριστικά στην ανακοίνωση, σημειώνοντας ότι ο ρόλος του φαρμακοποιού δεν περιορίζεται στη διακίνηση προϊόντων αλλά στη διασφάλιση της ορθής χρήσης της θεραπείας, της αποφυγής λαθών, υπερδοσολογιών και επικίνδυνων αλληλεπιδράσεων.
Τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα Μη Συνταγογραφούμενα Φάρμακα, τα οποία -όπως αναφέρουν- επιχειρείται να παρουσιαστούν ως προϊόντα «lifestyle» ή ελεύθερης αγοράς, παρότι εξακολουθούν να διαθέτουν φαρμακολογική δράση και να ενέχουν κινδύνους σε περίπτωση λανθασμένης χρήσης. Αντιφλεγμονώδη, σιρόπια, ρινικά σπρέι, κολύρια και δερματολογικές κρέμες αναφέρονται ως χαρακτηριστικά παραδείγματα σκευασμάτων που απαιτούν επιστημονική καθοδήγηση και υπεύθυνη διάθεση.
Οι φαρμακοποιοί στρέφουν τα βέλη τους και κατά της πρόσφατης απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία -κατά την άποψη του συλλόγου- ανοίγει περαιτέρω τον δρόμο για τη διαδικτυακή διάθεση ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. χωρίς ουσιαστική επαφή φαρμακοποιού και ασθενή. Κάνουν λόγο για επικράτηση της λογικής της «ελεύθερης αγοράς» εις βάρος της φαρμακευτικής φροντίδας και της δημόσιας υγείας.
Παράλληλα, εκφράζουν σοβαρές ανησυχίες για τη διανομή φαρμάκων μέσω courier και θυρίδων παραλαβής (“locker boxes”), ειδικά υπό συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών όπως αυτές που επικρατούν στην Ελλάδα. Θέτουν ζητήματα σχετικά με τον έλεγχο των συνθηκών φύλαξης, την ενημέρωση του ασθενή και την ευθύνη σε περιπτώσεις ακατάλληλης χρήσης ή αλλοίωσης του φαρμάκου.
Τα Φάρμακα Υψηλού Κόστους
Όπως σημειώνουν, η τάση αυτή επεκτείνεται ακόμη και στα Φάρμακα Υψηλού Κόστους, γεγονός που -σύμφωνα με τους ίδιους- παρακάμπτει πλήρως τον επιστημονικό ρόλο του φαρμακοποιού και υποβαθμίζει τη φαρμακευτική φροντίδα.
Στο κείμενό τους κάνουν επίσης ειδική αναφορά στον ρόλο του συνδικαλισμού, υποστηρίζοντας ότι οι εκπρόσωποι του κλάδου οφείλουν να υπερασπίζονται τους φαρμακοποιούς, το φαρμακείο και τον ασθενή και όχι να λειτουργούν ως διαμεσολαβητές κυβερνητικών επιλογών.
Καταλήγοντας, δηλώνουν ότι θα συνεχίσουν να αντιστέκονται σε κάθε πολιτική που μετατρέπει το φάρμακο σε εμπόρευμα και τον φαρμακοποιό σε απλό κρίκο μιας αλυσίδας logistics, υπογραμμίζοντας ότι «το φάρμακο είναι κοινωνικό αγαθό» και ότι η ασφαλής διάθεσή του προϋποθέτει επιστήμη, ευθύνη και την παρουσία του φαρμακοποιού.





