Οι υψηλές θερμοκρασίες δεν επηρεάζουν όλους τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο. Για ορισμένους ασθενείς, μάλιστα, ο κίνδυνος από έναν καύσωνα μπορεί να είναι μεγαλύτερος εξαιτίας των φαρμάκων που λαμβάνουν καθημερινά.
Αντικαταθλιπτικά, φάρμακα για τη ΔΕΠΥ, αντιψυχωσικά, διουρητικά, ορισμένα αντιυπερτασικά και καρδιολογικά φάρμακα μπορούν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να επηρεάσουν την ικανότητα του οργανισμού να αποβάλλει τη θερμότητα, να αυξήσουν την απώλεια υγρών ή να μεταβάλουν την αίσθηση της δίψας.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς οι καύσωνες γίνονται συχνότεροι και εντονότεροι λόγω της κλιματικής αλλαγής.
Πώς επηρεάζουν τα αντικαταθλιπτικά τη θερμορύθμιση
Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης, του άγχους και άλλων ψυχικών διαταραχών μπορούν να αυξήσουν την ευαισθησία στη ζέστη.
Μεταξύ αυτών είναι οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) και οι αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης (SNRIs). Στις κατηγορίες αυτές ανήκουν φάρμακα όπως η σερτραλίνη, η φλουοξετίνη, η εσιταλοπράμη και η βενλαφαξίνη.
Τα φάρμακα αυτά επηρεάζουν τη σεροτονίνη, έναν νευροδιαβιβαστή που, μεταξύ άλλων, συμμετέχει στη ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος.
«Αυτή η περιοχή του εγκεφάλου μάς κάνει να μειώνουμε τη δραστηριότητά μας, να ιδρώνουμε περισσότερο και να μειώνουμε τον μεταβολισμό μας – όλες αυτές είναι ωφέλιμες προσαρμογές στη ζέστη», εξηγεί ο Robert Feder, συνταξιούχος ψυχίατρος στο Νιου Χάμσαϊρ και μέλος της συντονιστικής επιτροπής της Medical Society Consortium on Climate and Health.
Ορισμένα αντικαταθλιπτικά μπορούν να προκαλέσουν αυξημένη εφίδρωση. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη απώλεια υγρών και ηλεκτρολυτών, γεγονός που επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τον οργανισμό όταν ήδη βρίσκεται σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας.
Τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, παλαιότερη κατηγορία φαρμάκων, μπορούν σε άλλες περιπτώσεις να μειώσουν την εφίδρωση. Αυτό είναι επίσης προβληματικό, καθώς ο ιδρώτας αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς με τους οποίους το σώμα αποβάλλει θερμότητα.
Αντιψυχωσικά και φάρμακα για ΔΕΠΥ
Δεν είναι μόνο τα αντικαταθλιπτικά που χρειάζονται προσοχή.
Τα αντιψυχωσικά φάρμακα, τα οποία χρησιμοποιούνται μεταξύ άλλων για τη σχιζοφρένεια και τη διπολική διαταραχή, μπορούν να επηρεάσουν τους μηχανισμούς του εγκεφάλου που συμμετέχουν στη θερμορρύθμιση. Μελέτες από προηγούμενους καύσωνες έχουν συνδέσει τη χρήση αντιψυχωσικών με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης και θανάτου.
Παράλληλα, τα διεγερτικά φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη ΔΕΠΥ, όπως η μεθυλφαινιδάτη, μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή θερμότητας και να προκαλέσουν σύσπαση των αγγείων, δυσκολεύοντας την αποβολή της θερμότητας από το σώμα.
Ο Robert Feder επισημαίνει επίσης ότι τα συγκεκριμένα φάρμακα μπορεί να κάνουν ορισμένους ανθρώπους να μην αντιλαμβάνονται εγκαίρως πόσο έντονα καταπονούνται από τη ζέστη.
Διουρητικά, αντιυπερτασικά και καρδιολογικά φάρμακα
Η αυξημένη ευαισθησία στη ζέστη δεν αφορά μόνο τα φάρμακα ψυχικής υγείας.
Τα διουρητικά, οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ACE inhibitors) και οι αναστολείς των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ (ARBs), που χρησιμοποιούνται ευρέως για την υπέρταση, μπορούν να επηρεάσουν την ισορροπία υγρών και ηλεκτρολυτών.
Ορισμένα από αυτά μπορεί επίσης να επηρεάσουν τον μηχανισμό που σχετίζεται με το αίσθημα της δίψας.
«Με αυτόν τον συνδυασμένο αντίκτυπο, μπορεί να οδηγηθεί κανείς σε τόσο σοβαρή αφυδάτωση, ώστε να αυξηθεί ο κίνδυνος νεφρικής ανεπάρκειας, εμφράγματος ή άλλων σοβαρών επιπλοκών στα όργανα», λέει ο Logan Harper, οικογενειακός γιατρός και αναπληρωτής διευθυντής του προγράμματος κλιματικής και περιβαλλοντικής υγείας στο University of Colorado Anschutz.
Οι β-αναστολείς, που χρησιμοποιούνται ευρέως σε καρδιολογικούς ασθενείς, μπορούν επίσης να περιορίσουν τη ροή του αίματος προς το δέρμα, μειώνοντας έτσι την αποτελεσματικότητα της αποβολής θερμότητας.
Παράλληλα, και άλλα φάρμακα με αντιχολινεργική δράση – τα οποία χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, για τη νόσο του Πάρκινσον, την υπερδραστήρια ουροδόχο κύστη, ορισμένες αναπνευστικές παθήσεις και τις αλλεργίες – μπορούν να επηρεάσουν την εφίδρωση και την ικανότητα του οργανισμού να ψύχεται.
Μεγαλύτερος ο κίνδυνος όταν συνδυάζονται πολλά φάρμακα
Το πρόβλημα μπορεί να γίνει εντονότερο όταν κάποιος λαμβάνει περισσότερα από ένα φάρμακα που επηρεάζουν τη θερμορύθμιση ή την ισορροπία των υγρών.
«Πολλές φορές οι άνθρωποι λαμβάνουν πολλαπλά φάρμακα, τα οποία μπορούν ταυτόχρονα να διαταράξουν την ικανότητά τους να δροσίζονται και να αυξήσουν την ευαισθησία τους σε βλάβες των οργάνων», σημειώνει ο Harper.
Ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι, οι οποίοι είναι ήδη περισσότερο επιρρεπείς στις επιπτώσεις της ζέστης και συχνά λαμβάνουν περισσότερα φάρμακα.
«Είναι δεδομένο ότι οι συνδυασμοί αυτών των φαρμάκων αυξάνουν τον κίνδυνο περισσότερο από τη λήψη ενός μόνο φαρμάκου», προσθέτει ο Harper. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοημένο ποιοι ακριβώς συνδυασμοί φαρμάκων είναι οι πιο επικίνδυνοι.
Πότε η ζέστη γίνεται επείγον περιστατικό
Η αφυδάτωση, η έντονη αδυναμία, η ταχυκαρδία, η ζάλη και η υπερβολική εφίδρωση μπορεί να αποτελούν προειδοποιητικά σημάδια θερμικής καταπόνησης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν η σύγχυση, η αλλαγή της νοητικής κατάστασης ή η συμπεριφορά που δεν είναι φυσιολογική για το συγκεκριμένο άτομο.
«Οποιαδήποτε μεταβολή της νοητικής κατάστασης ή σύγχυση, ή αν κάποιος δεν συμπεριφέρεται όπως συνήθως, σημαίνει ότι θα πρέπει να μεταφερθεί άμεσα στο πλησιέστερο τμήμα επειγόντων περιστατικών», προειδοποιεί η Cecilia Ahanonu, βοηθός ιατρού επειγόντων περιστατικών και επίκουρη καθηγήτρια στο Touro University στη Νεβάδα.
Η ίδια περιγράφει την περίπτωση ενός άνδρα περίπου 60 ετών, τον οποίο συνάντησε σε δράση ενημέρωσης στο Λας Βέγκας, όταν η θερμοκρασία είχε φτάσει περίπου τους 43 βαθμούς Κελσίου. Ο άνδρας κοιμόταν σε πάρκο, ήταν ωχρός, είχε έντονη εφίδρωση και αυξημένους καρδιακούς παλμούς. Έπαιρνε διουρητικό και SSRI και δεν είχε αντιληφθεί πόσο σοβαρά είχε επηρεαστεί από τη ζέστη.
Δεν διακόπτουμε μόνοι μας τη θεραπεία
Παρά τους κινδύνους, οι ειδικοί τονίζουν ότι κανείς δεν πρέπει να διακόπτει ή να αλλάζει μόνος του τη φαρμακευτική αγωγή του λόγω του καύσωνα.
Αν κάποιος λαμβάνει φάρμακα που μπορεί να αυξάνουν την ευαισθησία στη ζέστη, καλό είναι να συζητήσει με τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό του ποια μέτρα προστασίας χρειάζεται να λάβει κατά τις ημέρες με πολύ υψηλές θερμοκρασίες.
Ο Logan Harper θεωρεί ότι χρειάζεται μεγαλύτερη ενημέρωση τόσο των ασθενών όσο και των γιατρών.
«Πιστεύω ότι κάθε φορά που ένας γιατρός συνταγογραφεί ένα νέο φάρμακο, θα πρέπει να αφιερώνει ένα λεπτό για να αναφέρει ορισμένες από τις σοβαρότερες ανεπιθύμητες ενέργειες», λέει. «Υπάρχουν ορισμένα φάρμακα, ιδιαίτερα για ομάδες υψηλού κινδύνου, στα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνεται και η θερμική νόσος».
Για τους ασθενείς που λαμβάνουν τέτοιες θεραπείες, η ενημέρωση μπορεί να κάνει τη διαφορά. Η γνώση ότι ορισμένα συμπτώματα στη διάρκεια ενός καύσωνα μπορεί να σχετίζονται και με τη φαρμακευτική αγωγή βοηθά στην έγκαιρη αναγνώριση του κινδύνου – και κυρίως στην αναζήτηση ιατρικής βοήθειας όταν χρειάζεται.
Σημαντικό: Η πιθανότητα και η σοβαρότητα της επίδρασης στη ζέστη διαφέρουν ανάλογα με το φάρμακο, τη δόση, την ηλικία, τις συνυπάρχουσες παθήσεις και τον συνδυασμό θεραπειών. Η αγωγή δεν πρέπει να διακόπτεται χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.
Πηγή: BBC Health





