Όμως, ολοένα και περισσότερα στοιχεία δείχνουν ότι οι οκτώ ώρες μπορεί να μην αποτελούν την ιδανική διάρκεια ύπνου για όλους, όπως μας υπενθυμίζει μια νέα ανασκόπηση της βιβλιογραφίας που δημοσιεύθηκε στο Brain Medicine.
Για να διαπιστώσουν πόσο κοιμούνται φυσιολογικά οι άνθρωποι, οι ερευνητές έχουν μελετήσει κοινότητες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, των οποίων ο τρόπος ζωής βρίσκεται πιο κοντά σε εκείνον των προγόνων μας και οι οποίοι έχουν ελάχιστη ή καθόλου πρόσβαση σε τεχνητό φωτισμό.
Σε μία από τις πρώτες μελέτες, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι πολλοί άνθρωποι στην Τανζανία, τη Ναμίμπια και τη Βολιβία κοιμούνταν από 5,7 έως 7,1 ώρες τη νύχτα. Αυτές οι σύντομες περίοδοι ύπνου δεν μπορούν να αποδοθούν στον θόρυβο της κυκλοφορίας, στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ή στην υπερβολική έκθεση σε τεχνητό φως κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Οι σύντομες νύχτες φαίνεται επίσης ότι ήταν αρκετές: οι άνθρωποι δεν αναπλήρωναν τον ύπνο τους με μεγάλους μεσημεριανούς ύπνους. Χωρίς ξυπνητήρι, συνήθως ξυπνούσαν κοντά στην ανατολή του ήλιου, ανεξάρτητα από την ημέρα της εβδομάδας.
Το πόσο ακριβώς κοιμόντουσαν οι άνθρωποι στις προβιομηχανικές κοινωνίες ποικίλλει, ανάλογα με τον τρόπο μέτρησης του ύπνου, τον τόπο διαμονής, την εποχή και άλλους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Ωστόσο, μια πρόσφατη ανάλυση υπολόγισε τη μέση διάρκεια ύπνου στις 6,4 ώρες.
Είναι υπερβολή οι οκτώ ώρες;
Οι μελέτες αυτές βασίζονται σε μια σημαντική υπόθεση: ότι η διάρκεια ύπνου που κοιμούνται οι άνθρωποι είναι και αυτή ακριβώς που χρειάζονται.
Αυτό προϋποθέτει ότι οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες δεν αντιμετώπιζαν άγχος, απαιτητικά προγράμματα καθημερινότητας και άλλες πιέσεις που επηρεάζουν τον ύπνο. Είναι όμως πραγματικά έτσι;
Επίσης, δεν είναι γνωστό αν οι άνθρωποι σε αυτές τις κοινωνίες αντιμετώπιζαν τα ίδια προβλήματα υγείας που στις μέρες μας συνδέονται με τον ανεπαρκή ύπνο. Επομένως, ο μικρότερος χρόνος ύπνου αυτών των ανθρώπων μπορεί να μην αποτελεί τόσο ισχυρό επιχείρημα κατά των οκτώ ωρών όσο αρχικά φαίνεται.
Ωστόσο, έχουν προκύψει και άλλα στοιχεία από μεγάλες μελέτες που εξετάζουν τη σχέση μεταξύ ύπνου και υγείας στις βιομηχανικά ανεπτυγμένες κοινωνίες.
Αν ορίσουμε ως βέλτιστο ύπνο εκείνον που συνδέεται με την καλύτερη σωματική και ψυχική υγεία, πολλές μεγάλες μελέτες δείχνουν ότι το ιδανικό σημείο μπορεί να βρίσκεται κάτω από τις οκτώ ώρες.
Πρόσφατη μελέτη χρησιμοποίησε απεικονίσεις του εγκεφάλου και του σώματος, καθώς και μοριακές μετρήσεις, προκειμένου να εξετάσει τη σχέση μεταξύ ύπνου και γήρανσης διαφορετικών ανθρώπινων οργάνων. Εκτιμήθηκε ότι η βέλτιστη διάρκεια ύπνου κυμαίνεται μεταξύ 6,4 και 7,8 ωρών, ανάλογα με το φύλο και το όργανο που εξετάζεται.
Πολλές μελέτες διαπιστώνουν ότι τόσο ο πολύ λίγος όσο και ο υπερβολικός ύπνος συνδέονται με χειρότερη υγεία, όπως καρδιοπάθειες, εγκεφαλικό επεισόδιο, γνωστική έκπτωση και παχυσαρκία.
Οι επιστήμονες, ωστόσο, εξακολουθούν να συζητούν το αν ο υπερβολικός ύπνος προκαλεί προβλήματα υγείας ή αν αποτελεί, αντίθετα, πρώιμη ένδειξη ότι ήδη υπάρχει κάποιο πρόβλημα υγείας.
Σε κάθε περίπτωση, τα ευρήματα αυτά αμφισβητούν την ιδέα ότι όλοι χρειάζονται ακριβώς οκτώ ώρες ύπνου και υποδεικνύουν ότι ο συστηματικά πολύ μεγαλύτερος χρόνος ύπνου ίσως αξίζει να μας προβληματίσει.
Ο καθένας χρειάζεται διαφορετική διάρκεα ύπνου
Ωστόσο, όλες αυτές οι εκτιμήσεις για τη βέλτιστη διάρκεια ύπνου βασίζονται σε μέσους όρους –και πλέον ο μέσος άνθρωπος δεν υπάρχει.
Οι μελέτες δείχνουν ότι οι νεαροί ενήλικες όταν βρουν αρκετές ευκαιρίες για ύπνο, κοιμούνται περισσότερο από τους υγιείς ηλικιωμένους. Ακόμη και άνθρωποι της ίδιας ηλικίας μπορεί να χρειάζονται πολύ διαφορετική ποσότητα ύπνου.
Οι σημερινές συστάσεις για τη διάρκεια του ύπνου από το National Sleep Foundation στις ΗΠΑ λαμβάνουν υπόψη αυτές τις ατομικές διαφορές. Αναφέρουν ότι οι ενήλικες ηλικίας 26 έως 64 ετών θα πρέπει να κοιμούνται 7 έως 9 ώρες την ημέρα, αλλά ότι για ορισμένους ενήλικες μπορεί να είναι κατάλληλες ακόμη και 6 έως 10 ώρες.
Αυτό απέχει πολύ από τον κανόνα των οκτώ ωρών που υποτίθεται ότι ισχύει για όλους.
Σημασία έχει και το πότε κοιμόμαστε
Όμως ο ύπνος δεν αφορά μόνο τον αριθμό των ωρών. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό των σύγχρονων προτύπων ύπνου δεν είναι ότι κοιμόμαστε λιγότερο από ό,τι παλαιότερα, αλλά ότι κοιμόμαστε αργότερα σε σχέση με τον φυσικό κύκλο φωτός και σκοταδιού.
Οι περισσότεροι από εμάς δεν ξυπνάμε φυσικά πριν από την αυγή. Πολλοί κοιμούνται λιγότερο κατά τη διάρκεια της εργάσιμης εβδομάδας και προσπαθούν να αναπληρώσουν τον χαμένο ύπνο στα ρεπό τους ή το Σαββατοκύριακο.
Ο τεχνητός φωτισμός αναγνωρίζεται ως ο βασικός παράγοντας αυτής της μετατόπισης. Αλλάζει τις συνήθειες του ύπνου μας και καθυστερεί το βιολογικό μας ρολόι, το οποίο ελέγχει τον χρόνο κατά τον οποίο κοιμόμαστε και ξυπνάμε.
Ο ακανόνιστος ύπνος είναι επίσης συχνός, ιδιαίτερα μεταξύ των εργαζομένων σε βάρδιες και των φοιτητών πανεπιστημίων. Ο ακανόνιστος ύπνος συνδέεται με χειρότερη υγεία.
Ωστόσο, αν χάσετε ύπνο κατά τη διάρκεια της εβδομάδας, το να αναπληρώσετε ένα μέρος του το Σαββατοκύριακο φαίνεται να είναι καλύτερο από το να μην τον αναπληρώσετε καθόλου -ακόμη και αν αυτό κάνει το πρόγραμμα του ύπνου σας λιγότερο τακτικό.
Επομένως, η κανονικότητα έχει σημασία, αλλά σημασία έχει και η συνολική διάρκεια ύπνου που λαμβάνετε μέσα σε μία εβδομάδα ή και σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Ο κανόνας των οκτώ ωρών είναι ξεκάθαρα υπερβολικά απλοϊκός. Οι άνθρωποι χρειάζονται διαφορετική διάρκεια ύπνου και σημασία έχει επίσης το πότε κοιμόμαστε.
Υπάρχει όμως ένα απλό μήνυμα που παραμένει επίκαιρο και ουσιαστικό: Να κοιμάστε αρκετά όταν και όπου μπορείτε και μην ανησυχείτε υπερβολικά για μια περιστασιακή κακή νύχτα.
Πηγή: THE CONVERSATION.COM





