Απάντηση στις επικρίσεις του Παύλου Πολάκη και του ΣΥΡΙΖΑ για την κατάσταση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας έδωσε ο υφυπουργός Υγείας Μάριος Θεμιστοκλέους, παρουσιάζοντας στοιχεία για την ενίσχυση του ΕΣΥ σε προσωπικό, υποδομές και εξοπλισμό και υπογραμμίζοντας παράλληλα τις μεταρρυθμίσεις που, όπως σημειώνει, έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια.
«Ο κ. Πολάκης έχει κάθε δικαίωμα να ασκεί κριτική. Όχι να διαστρεβλώνει. Όχι να παραποιεί», αναφέρει χαρακτηριστικά ο υφυπουργός, επισημαίνοντας ότι και ο ίδιος, όπως και ο πρώην υπουργός Υγείας, έχει εργαστεί στο σύστημα υγείας και, ως εκ τούτου, «μπορούμε να κρίνουμε και να συγκρίνουμε».
Ο κ. Θεμιστοκλέους υποστηρίζει ότι η ενίσχυση της δημόσιας υγείας αφορά όλους τους πολίτες και αποτελεί παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές, καλώντας παράλληλα να διαχωριστεί το ΕΣΥ από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Αύξηση των κλινών ΜΕΘ και του προσωπικού
Αναφερόμενος στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, ο υφυπουργός Υγείας σημειώνει ότι το 2019 παραλήφθηκαν 557 λειτουργικές κλίνες ΜΕΘ, ενώ το 2025 λειτουργούσαν 914 κλίνες ΜΕΘ ενηλίκων και παίδων.
Οι μονάδες αυτές, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, στελεχώνονταν από 939 γιατρούς, 2.339 νοσηλευτές και 228 εργαζόμενους λοιπού προσωπικού. Μάλιστα, μόνο κατά το διάστημα 2024-2025, το ιατρικό προσωπικό αυξήθηκε κατά 9,95%, το νοσηλευτικό κατά 10,96% και το λοιπό προσωπικό κατά 9,09%.
Συνολικά, σύμφωνα με τον κ. Θεμιστοκλέους, τον Ιούνιο του 2019 στα νοσοκομεία και στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας υπηρετούσαν 90.300 εργαζόμενοι, ενώ τον Ιανουάριο του 2026 ο αριθμός τους είχε φτάσει τους 100.000.
Πρόκειται, όπως αναφέρει, για αύξηση κατά 9.700 εργαζομένους ή 10,74%, στην οποία έχουν ήδη συνυπολογιστεί οι συνταξιοδοτήσεις και οι υπόλοιπες αποχωρήσεις.
Ειδικότερα, οι γιατροί αυξήθηκαν από 24.900 σε 27.952, οι νοσηλευτές από 37.200 σε 42.247 και το λοιπό προσωπικό από 28.200 σε 29.801.
Ανακαινίσεις και εξοπλισμός στα νοσοκομεία
Ο υφυπουργός απορρίπτει ως «ηθελημένη στρέβλωση» τον χαρακτηρισμό των παρεμβάσεων στα νοσοκομεία ως απλών «σοβατισμάτων».
Όπως επισημαίνει, οι εργασίες αφορούν συνολικές ανακατασκευές και εκσυγχρονισμό υποδομών που παρέμεναν επί δεκαετίες χωρίς ουσιαστική αναβάθμιση, με παρεμβάσεις σε ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις, δίκτυα, κλινικές, χειρουργεία, μονάδες και χώρους νοσηλείας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί η συνολική αναβάθμιση 63 Τμημάτων Επειγόντων Περιστατικών.
Σε ό,τι αφορά τον ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό, ο κ. Θεμιστοκλέους αναφέρει ότι την τελευταία πενταετία έχουν διατεθεί περισσότερα από 250 εκατομμύρια ευρώ για εξοπλισμό και μηχανήματα υψηλής τεχνολογίας, μέσω διαφορετικών χρηματοδοτικών εργαλείων.
Τα νέα νοσοκομεία και το Αντικαρκινικό Θεσσαλονίκης
Για τα τρία νέα νοσοκομεία του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος σε Θεσσαλονίκη, Κομοτηνή και Σπάρτη, ο υφυπουργός υποστηρίζει ότι σήμερα τα έργα βρίσκονται σε φάση κατασκευής και αναμένεται να παραδοθούν σε διάστημα μικρότερο του ενός έτους.
Παράλληλα, απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι το κόστος των έργων «σχεδόν διπλασιάστηκε με ενέργειες της κυβέρνησης», παραπέμποντας στις σχετικές ανακοινώσεις του ίδιου του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος.
Σε ό,τι αφορά το νέο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, ο κ. Θεμιστοκλέους υπογραμμίζει ότι το έργο βρίσκεται εντός χρονοδιαγράμματος και ότι η διαγωνιστική διαδικασία μέσω ΣΔΙΤ έχει ξεκινήσει, με την υπογραφή της σύμβασης να αναμένεται εντός του 2027.
Πρόκειται για νέο νοσοκομείο 425 κλινών, συνολικής εκτιμώμενης αξίας 350 εκατ. ευρώ πλέον ΦΠΑ. Θα περιλαμβάνει Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, Μονάδα Ανακουφιστικής Φροντίδας, Μονάδα Ημερήσιας Νοσηλείας, ακτινοθεραπευτικό τμήμα, καθώς και πλήρη διαγνωστικό και εργαστηριακό τομέα.
«Δεν κρύβουμε τα προβλήματα στα Χανιά»
Για το Νοσοκομείο Χανίων, ο υφυπουργός αναγνωρίζει ότι υπάρχουν προβλήματα και κενές θέσεις, σημειώνοντας πως η κυβέρνηση δεν τα αποκρύπτει και αναζητά κάθε νόμιμο τρόπο ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες των ασθενών μέχρι να ολοκληρωθεί η στελέχωση.
Παράλληλα, κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ ότι παραλείπει να αναφερθεί σε σειρά παρεμβάσεων που, όπως υποστηρίζει, έχουν βελτιώσει την καθημερινότητα των ασθενών.
Μείωση της αναμονής στα Επείγοντα και ψηφιακή λίστα χειρουργείων
Μεταξύ αυτών, αναφέρεται στη μείωση του χρόνου αναμονής στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών από περίπου εννέα ώρες σε λιγότερο από 4,5 ώρες.
Η αλλαγή αυτή, σύμφωνα με τον κ. Θεμιστοκλέους, οφείλεται στην αύξηση του προσωπικού, στην εφαρμογή νέου μοντέλου λειτουργίας των ΤΕΠ, στη βελτίωση της οργάνωσης και της ροής των ασθενών, καθώς και στην ψηφιακή παρακολούθηση της πορείας τους.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στις λίστες αναμονής για χειρουργικές επεμβάσεις. Όπως υποστηρίζει, στο παρελθόν υπήρχαν χειρόγραφες λίστες ή διαφορετικά αρχεία Excel ανά νοσοκομείο, χωρίς ενιαίο σύστημα και διαφάνεια.
Σήμερα, όπως αναφέρει, λειτουργεί ενιαία ψηφιακή λίστα χειρουργείων, μέσω της οποίας είναι δυνατή η παρακολούθηση του ασθενούς, του χρόνου αναμονής και του προγραμματισμού της επέμβασης.
Φάρμακα υψηλού κόστους και ψηφιακή υγεία
Ο υφυπουργός αναφέρεται επίσης στη μεταρρύθμιση για τη διάθεση ογκολογικών φαρμάκων υψηλού κόστους κατ’ οίκον.
Όπως σημειώνει, οι ασθενείς δεν χρειάζεται πλέον να υποβάλλονται στις πολύωρες αναμονές στα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ, καθώς τα φάρμακα υψηλού κόστους μπορούν να αποστέλλονται στην κατοικία του ασθενούς ή στο φαρμακείο της γειτονιάς του.
Στο ίδιο πλαίσιο, κάνει λόγο για σημαντική ψηφιακή αναβάθμιση της Υγείας, παραπέμποντας στην εφαρμογή MyHealth, μέσω της οποίας οι πολίτες μπορούν να έχουν πρόσβαση σε εξετάσεις, συνταγές, παραπεμπτικά και στο ιστορικό υγείας τους.
«Επενδύουμε συστηματικά στην πρόληψη»
Ο κ. Θεμιστοκλέους υπογραμμίζει ότι ιδιαίτερη σημασία για την κυβέρνηση έχουν τα προγράμματα πρόληψης και η προσπάθεια αλλαγής του προσανατολισμού του συστήματος υγείας.
«Για δεκαετίες το σύστημα περίμενε τον πολίτη να αρρωστήσει και μετά προσπαθούσε να τον θεραπεύσει. Εμείς επενδύουμε συστηματικά στην πρόληψη», αναφέρει, περιγράφοντας τη συγκεκριμένη πολιτική ως μια προσπάθεια ώστε το Υπουργείο Υγείας να γίνει πραγματικά «Υπουργείο Υγείας και όχι Υπουργείο Ασθένειας».
Κλείνοντας, ο υφυπουργός δηλώνει ότι πιστεύει στην καλοπροαίρετη κριτική, την οποία χαρακτηρίζει χρήσιμη και απαραίτητη όταν βασίζεται σε στοιχεία και σε πραγματική διάθεση βελτίωσης του συστήματος.
«Η ισοπέδωση, πάλι, όχι», σημειώνει, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να συμβάλει ούτε στη βελτίωση του ΕΣΥ ούτε στη δημόσια συζήτηση.
«Με λυπεί που στην περίπτωσή σας, κύριε Πολάκη, αφθονεί το δεύτερο και αναζητείται το πρώτο», καταλήγει ο κ. Θεμιστοκλέους.





