Η έντονη και επίμονη οσμή του σώματος μπορεί να αποτελεί πολύ περισσότερα από ένα αισθητικό ή κοινωνικό ζήτημα. Σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέεται με μια κατάσταση που είναι γνωστή ως βρωμιδρωσία (bromhidrosis), η οποία οφείλεται κυρίως με διαταραχές στη λειτουργία των ιδρωτοποιών αδένων και στη σύνθεση του μικροβιώματος του δέρματος.
«Δεκαπέντε λεπτά μετά το ντους, οι άνθρωποι που πάσχουν από αυτήν την κατάταση έχουν ήδη αρχίσει να μυρίζουν», αναφέρει ο Chris Callewaert, ανώτερος ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης στο Βέλγιο και ένας από τους ερευνητές που ασχολούνται ειδικά με την οσμή του σώματος.
Πώς προκαλείται η χαρακτηριστική οσμή
Η βρωμιδρωσία συνδέεται συχνά με τους αποκρινείς ιδρωτοποιούς αδένες, οι οποίοι βρίσκονται κυρίως στις μασχάλες, γύρω από το στήθος και στη βουβωνική περιοχή. Οι αδένες αυτοί εκκρίνουν λιπίδια, στεροειδή και πρωτεΐνες, τα οποία από μόνα τους δεν έχουν οσμή.
Η χαρακτηριστική οσμή δημιουργείται όταν τα φυσιολογικά βακτήρια που βρίσκονται στην επιφάνεια του δέρματος και μέσα στους θύλακες των τριχών διασπούν αυτές τις εκκρίσεις. Όταν η διαδικασία αυτή διαταράσσεται, μπορεί να προκύψει ιδιαίτερα έντονη οσμή.
Σύμφωνα με τον Callewaert, σε ορισμένους ανθρώπους μπορεί να υπάρχει υπερδραστηριότητα των αποκρινών αδένων ή υπερβολική παρουσία συγκεκριμένων βακτηρίων που παράγουν δύσοσμες ενώσεις.
Από την εφηβεία έως την εμμηνόπαυση
Η αλλαγή στην οσμή του σώματος μπορεί να εμφανιστεί σχετικά απότομα, για παράδειγμα κατά την εφηβεία, λόγω αλλαγών στο μικροβίωμα, εξαιτίας κάποιας μεταβολικής νόσου ή ως παρενέργεια φαρμακευτικής αγωγής.
«Συχνά είναι πολυπαραγοντικό και δεν είναι εύκολο να εντοπιστεί η βαθύτερη αιτία ή να διορθωθεί. Μερικές φορές οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν το πρόβλημα για πολλά, πολλά χρόνια», σημειώνει ο Callewaert.
Η βρωμιδρωσία μπορεί επίσης να συνυπάρχει με την υπεριδρωσία, δηλαδή την υπερβολική και ανεξέλεγκτη εφίδρωση. Οι δύο καταστάσεις δεν ταυτίζονται, αλλά συχνά εμφανίζονται μαζί.
Μια κατάσταση που παραμένει υποδιαγνωσμένη
Δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο διαγνωστικό όριο που να καθορίζει πότε η δυσάρεστη οσμή του σώματος θεωρείται βρωμιδρωσία. Αυτό δυσκολεύει και την εκτίμηση της συχνότητάς της.
Η Angela Ballard, νοσηλεύτρια και διευθύντρια επικοινωνίας της International Hyperhidrosis Society, χαρακτηρίζει τη βρωμιδρωσία μια κατάσταση που δεν έχει τύχει της απαιτούμενης προσοχής. «Δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες και νομίζω ότι αυτό είναι ενδεικτικό. Οι άνθρωποι ντρέπονται», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι συχνά δεν συζητούν το πρόβλημα ούτε με τους γιατρούς τους.
Η ίδια σημειώνει ότι η διάγνωση συνδέεται και με τον βαθμό στον οποίο η κατάσταση επηρεάζει την καθημερινότητα και την ευεξία του ασθενούς: «Πόσο επηρεάζει την αυτοεκτίμηση, την αυτοπεποίθηση και την κοινωνική σας ζωή;».
Ποιες λύσεις υπάρχουν
Υπάρχουν αρκετές προσεγγίσεις που μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό της οσμής. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται αντιβακτηριακά σαπούνια, επιλογή κατάλληλων υφασμάτων και καλύτερες πρακτικές καθαρισμού των ρούχων.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν μέθοδοι όπως η αποτρίχωση με λέιζερ ή το κερί, καθώς περιορίζουν τις περιοχές στις οποίες μπορούν να αναπτυχθούν βακτήρια. Το Botox, επίσης, μπορεί να περιορίσει την παραγωγή ιδρώτα.
Μία ακόμη τεχνολογία είναι το miraDry, μια συσκευή μικροκυμάτων που καταστρέφει ιδρωτοποιούς και οσμητικούς αδένες, καθώς και τριχοθυλάκια στην περιοχή της μασχάλης. Σύμφωνα με το διαθέσιμο υλικό, έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στη διαχείριση της υπεριδρωσίας και σε ορισμένες περιπτώσεις της βρωμιδρωσίας.
Η σχέση με το στρες και το μικροβίωμα
Η προσπάθεια αντιμετώπισης της οσμής μπορεί, σύμφωνα με τον Callewaert, να οδηγήσει σε έναν φαύλο κύκλο. Το άγχος αυξάνει την εφίδρωση, ενώ η αυξημένη οσμή προκαλεί περισσότερο άγχος.
«Έχουν στρες και, ως αποτέλεσμα, έχουν οσμή, και επειδή έχουν οσμή, έχουν περισσότερο στρες: είναι ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος», εξηγεί.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι οι άνθρωποι που γνωρίζουν ή φοβούνται ότι έχουν έντονη οσμή σώματος μπορεί να είναι, στην πραγματικότητα, πιο σχολαστικοί ως προς την προσωπική τους υγιεινή από άλλους. Η υπερβολική χρήση αποσμητικών και αντιιδρωτικών, ωστόσο, ενδέχεται να επηρεάσει το μικροβίωμα του δέρματος.
Όταν η οσμή αποτελεί ένδειξη άλλου προβλήματος
Η επίμονη αλλαγή στην οσμή του σώματος δεν πρέπει πάντα να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ζήτημα προσωπικής υγιεινής. Ο Callewaert επισημαίνει ότι μια μεταβολή στην οσμή έχει συσχετιστεί με παθήσεις όπως ο διαβήτης, η νόσος του Πάρκινσον και ο καρκίνος.
«Το να γνωρίζουμε ότι η οσμή του σώματος μπορεί να αποτελεί σύμπτωμα υποκείμενων ασθενειών είναι σημαντικό», τονίζει.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, πάντως, η έντονη οσμή αποδίδεται στο μικροβίωμα και σε παράγοντες του τρόπου ζωής. Σύμφωνα με τον ίδιο, διατροφή με υψηλή κατανάλωση κρέατος και fast food και χαμηλή πρόσληψη λαχανικών έχει συσχετιστεί με εντονότερη οσμή, ενώ σημαντικό ρόλο μπορεί να διαδραματίζει και το υψηλό στρες. «Ένας υγιεινός τρόπος ζωής θα βοηθήσει στο να μυρίζουμε καλύτερα», αναφέρει.
Πέρα από το στίγμα
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η βρωμιδρωσία μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής. Η κοινωνική απομόνωση, το άγχος και η μειωμένη αυτοπεποίθηση μπορεί να επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
«Οι άνθρωποι μπορεί να εμφανίσουν άγχος ή κατάθλιψη – κατά μέσο όρο, η ποιότητα ζωής τους είναι χαμηλότερη», σημειώνει ο Callewaert.
Η Ballard καλεί σε μεγαλύτερη κατανόηση μέσως της ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης και λιγότερο στίγμα. Η οσμή του σώματος αποτελεί φυσικό αποτέλεσμα της δράσης των βακτηρίων στο δέρμα και, όπως επισημαίνει, δεν θα πρέπει να οδηγεί αυτόματα στην υπόθεση ότι κάποιος παραμελεί την υγιεινή του.
Πηγή: Guardian





