Μια εκτεταμένη επιστημονική ανασκόπηση για τα τσιμπούρια και τα νοσήματα που μεταδίδουν στην Ελλάδα παρουσιάζει την πιο ολοκληρωμένη μέχρι σήμερα εικόνα για τα είδη τσιμπουριών, τα παθογόνα που μεταφέρουν και τους κινδύνους για ανθρώπους και ζώα.
Επικεφαλής της μελέτης είναι ο Καθηγητής Ανατομίας Παναγιώτης Καράνης, ο οποίος συνδέεται με την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και με την Ιατρική Σχολή και το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Πανεπιστημίου της Κολωνίας στη Γερμανία. Στην ερευνητική ομάδα συμμετείχαν επίσης η Άρτεμις Ευστρατίου από το Εθνικό Ερευνητικό Κέντρο Πρωτοζωϊκών Νοσημάτων στου Πανεπιστημίου Obihiro στην Ιαπωνία, καθώς και η Γαβριέλα Καράνη από την Ορθοπεδική Κλινική Αποκατάστασης Eisenmoorbad Bad Schmiedeberg Kur GmbH στη Γερμανία.
Δεδομένα ενός αιώνα
Η μελέτη συγκεντρώνει δεδομένα ενός ολόκληρου αιώνα (έως το 2020) και καταγράφει ότι στην Ελλάδα έχουν εντοπιστεί 26 είδη σκληρών τσιμπουριών που παρασιτούν σε ανθρώπους και ζώα, με περισσότερα από τα μισά να είναι φορείς παθογόνων μικροοργανισμών. Πολλά από αυτά μπορούν να μεταδώσουν περισσότερες από μία ασθένειες, γεγονός που αυξάνει τη σημασία της επιδημιολογικής επιτήρησης.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι κλιματικές συνθήκες της χώρας ευνοούν την ανάπτυξη και εξάπλωση των τσιμπουριών. Η αύξηση της θερμοκρασίας και οι περιβαλλοντικές αλλαγές ενδέχεται να ενισχύσουν τον πληθυσμό τους και να επηρεάσουν τη γεωγραφική κατανομή τους, αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης νέων λοιμώξεων.
Τα τσιμπούρια μπορούν να μεταδώσουν ιούς, βακτήρια και παράσιτα που προκαλούν ασθένειες όπως εγκεφαλίτιδα από τσιμπούρια, αιμορραγικό πυρετό Κριμαίας-Κονγκό, μεσογειακό κηλιδώδη πυρετό, αναπλάσμωση και άλλες λοιμώξεις. Αν και ορισμένες από αυτές είναι σπάνιες, η παρουσία τους έχει καταγραφεί επιστημονικά και απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση.
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι αρκετές λοιμώξεις πιθανόν υποδιαγιγνώσκονται λόγω περιορισμένων δεδομένων, έλλειψης εθνικής βάσης καταγραφής και χαμηλής κλινικής υποψίας. Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας έχουν εντοπιστεί σημαντικά ποσοστά αντισωμάτων στον πληθυσμό, γεγονός που υποδηλώνει προηγούμενη έκθεση σε παθογόνα που μεταδίδονται από τσιμπούρια.
Ο ρόλος των ζώων συντροφιάς
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στον ρόλο που διαδραματίζουν τα ζώα συντροφιάς, καθώς μελέτες δείχνουν ότι μεγάλος αριθμός σκύλων φέρει τσιμπούρια, ενώ μέρος αυτών μεταφέρει μικροοργανισμούς με πιθανότητα μετάδοσης και στον άνθρωπο. Παράλληλα, η αυξημένη κινητικότητα ανθρώπων και ζώων, ο τουρισμός και το διεθνές εμπόριο μπορούν να συμβάλουν στη διασπορά νέων ειδών και παθογόνων.
Η ερευνητική ομάδα τονίζει την ανάγκη για συστηματική επιτήρηση, δημιουργία εθνικής βάσης δεδομένων, ενίσχυση της ενημέρωσης κοινού και επαγγελματιών υγείας, καθώς και ανάπτυξη προγραμμάτων πρόβλεψης κινδύνου. Η έγκαιρη διάγνωση και η πρόληψη, επισημαίνουν οι επιστήμονες, μπορούν να μειώσουν σημαντικά τις επιπλοκές και να προστατεύσουν τη δημόσια υγεία.
Η μελέτη καταλήγει ότι, παρότι η Ελλάδα δεν αποτελεί σήμερα κύριο επίκεντρο ιογενών ασθενειών από τσιμπούρια, φιλοξενεί μεγάλη ποικιλία ειδών που μεταφέρουν βακτήρια και παράσιτα. Υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής και της αυξημένης παγκόσμιας κινητικότητας, η ενίσχυση της επιτήρησης και της ενημέρωσης θεωρείται κρίσιμη για την πρόληψη μελλοντικών επιδημιών.





