«Στην Ευρώπη εκτιμάται ότι περίπου 150 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν με κάποια αλλεργική νόσο, όπως αλλεργική ρινίτιδα, άσθμα, ατοπική δερματίτιδα ή τροφική αλλεργία, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο οι αλλεργικές παθήσεις επηρεάζουν ήδη πάνω από ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους», σύμφωνα με τον κ. Νίκο Παπαδόπουλο, Καθηγητής Αλλεργιολογίας ΕΚΠΑ.
«Σε μελέτη καταγραφής σε Κέντρα Υγείας σε όλη την Ελλάδα, που βρίσκεται σε εξέλιξη, περισσότεροι από το 50% των επισκεπτών στα ΚΥ δηλώνουν ότι έχουν προβλήματα επίμονων ρινικών συμπτωμάτων, ενώ πάνω από 20% είναι το ποσοστό των ατόμων με διαγνωσμένη αλλεργική ρινίτιδα.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι θυμούνται τις αλλεργίες την άνοιξη, όταν η γύρη αυξάνεται και τα συμπτώματα ρινίτιδας ή επιπεφυκίτιδας γίνονται πιο έντονα. Αυτή όμως είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Πίσω από το εποχικό φτέρνισμα μπορεί να υπάρχει χρόνια φλεγμονή, κακός ύπνος, επιβάρυνση του άσθματος και ανάγκη για σωστή διάγνωση και μακροχρόνιο σχέδιο αντιμετώπισης, όχι μόνο για γρήγορη ανακούφιση», εξηγεί ο ειδικός.
Σε ποια ηλικία ξεκινούν οι αλλεργίες;
Σύμφωνα με τον καθηγητή «στο μεγαλύτερο ποσοστό τους οι αλλεργίες ξεκινούν στην παιδική ηλικία. Η αλλεργική ρινίτιδα είναι από τις συχνότερες χρόνιες καταστάσεις στα παιδιά και τους εφήβους, με εκτιμήσεις που φτάνουν έως και το 40% σε ορισμένους πληθυσμούς, ενώ στην Ευρώπη έχουν αναφερθεί ποσοστά έως 20% για παιδικό άσθμα, 15% για αλλεργικές δερματοπάθειες και 8% για τροφική αλλεργία. Συχνά μάλιστα τα νοσήματα αυτά συνυπάρχουν ή ακολουθούν το ένα το άλλο».
Επιπτώσεις των αλλεργιών
Ο ίδιος επισημαίνει ότι «οι επιπτώσεις είναι άμεσες και έμμεσες, ατομικές αλλά και κοινωνικές. Δεν περιορίζονται στα γνωστά συμπτώματα (φτέρνισμα, βήχα, φαγούρα ή εξανθήματα). Διαταράσσουν τον ύπνο, τη συγκέντρωση, τη σχολική απόδοση και τη σωματική δραστηριότητα, αυξάνουν τις επισκέψεις σε υπηρεσίες υγείας και επιβαρύνουν την οικογένεια με απουσίες από το σχολείο ή την εργασία. Ενδεικτικό είναι ότι έφηβοι με ενεργά συμπτώματα αλλεργικής ρινίτιδας την ημέρα εξετάσεων έχουν περίπου 40% μεγαλύτερη πιθανότητα απρόσμενης πτώσης στη βαθμολογία τους· η πιθανότητα αυξάνεται έως περίπου 70% όταν λαμβάνουν παλαιότερα αντιισταμινικά που προκαλούν υπνηλία».
Κληρονομικότητα και περιβάλλον
Ο αλλεργιολόγος τονίζει επιπλέον ότι «οι αλλεργίες επηρεάζονται από την κληρονομικότητα: παιδιά με γονείς ή αδέλφια με αλλεργίες έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εκδηλώσουν και τα ίδια. Ωστόσο η κληρονομικότητα δεν είναι αναγκαία προϋπόθεση. Είναι περισσότερα τα παιδιά που αναπτύσσουν αλλεργία χωρίς οικογενειακό ιστορικό, γεγονός που αναδεικνύει τον σημαντικό ρόλο του περιβάλλοντος: καπνός, ατμοσφαιρική ρύπανση, αλλαγές στη διατροφή, έκθεση σε αλλεργιογόνα, λοιμώξεις και κλιματική αλλαγή μεταβάλλουν το συνολικό φορτίο κινδύνου».
Πρόληψη
«Υπάρχουν μέτρα πρόληψης; Ναι, σε επίπεδο πληθυσμού και καθημερινής φροντίδας. Η αποφυγή του καπνίσματος, ιδίως στην εγκυμοσύνη και στο σπίτι, και η μείωση της έκθεσης στη ρύπανση προστατεύουν το αναπνευστικό. Η σωστή φροντίδα του δέρματος, ιδιαίτερα σε παιδιά με έκζεμα, και η έγκαιρη εισαγωγή τροφών στο πλαίσιο της συμπληρωματικής διατροφής από τον 4ο έως τον 6ο μήνα, μπορούν να συμβάλουν στη μείωση τροφικών αλλεργιών. Η Μεσογειακή διατροφή φαίνεται επίσης να συνδέεται κυρίως με λιγότερα συμπτώματα άσθματος», αναφέρει ο ειδικός.
Αντιμετώπιση των ήδη υπαρχουσών αλλεργιών
Ο καθηγητής εξηγεί ότι «και για τα παιδιά που έχουν ήδη αναπτύξει αλλεργία, υπάρχουν αποτελεσματικές λύσεις. Η σύγχρονη διαγνωστική επιτρέπει τον ακριβή εντοπισμό των υπεύθυνων αλλεργιογόνων και την επιλογή της κατάλληλης στρατηγικής: εκπαίδευση και αποφυγή όπου χρειάζεται, σύγχρονα φάρμακα, βιολογικοί παράγοντες ή ειδική ανοσοθεραπεία απευαισθητοποίησης. Προϋπόθεση είναι η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και η σωστή κατεύθυνση των παιδιών και των οικογενειών από την πρωτοβάθμια φροντίδα, τους παιδιάτρους, τους γενικούς και οικογενειακούς γιατρούς και τους φαρμακοποιούς, σε συνεργασία με τους ειδικούς».
Καταλήγοντας ο κ. Παπαδόπουλος επισημαίνει ότι «η πρόληψη, η έγκαιρη διάγνωση και η συνεργασία μπορούν να βελτιώσουν ουσιαστικά την υγεία του παιδιού και να μειώσουν τις μακροχρόνιες συνέπειες».





