Οι καρκινοπαθείς που έλαβαν εμβόλια mRNA κατά της COVID-19 παρουσιάζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά μακροχρόνιας επιβίωσης σε σύγκριση με όσους δεν εμβολιάστηκαν, σύμφωνα με μεγάλη βουλγαρική μελέτη, η οποία προσφέρει τα πιο εκτεταμένα δεδομένα παρακολούθησης μέχρι σήμερα για ογκολογικούς ασθενείς.
Παρακολουθήθηκαν 1.800 ασθενείς
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο European Journal of Cancer, παρακολούθησε σχεδόν 1.800 ασθενείς με συμπαγείς όγκους οι οποίοι νοσηλεύτηκαν με COVID-19 και επέζησαν από την οξεία φάση της λοίμωξης. Η ομάδα παρακολουθήθηκε για περίοδο πέντε ετών, καθιστώντας τη μελέτη τη μακροβιότερη παρατηρησιακή έρευνα του είδους της.
Η εξαιρετικά χαμηλή εμβολιαστική κάλυψη της Βουλγαρίας -περίπου 30% του πληθυσμού εμβολιάστηκε κατά την περίοδο της πανδημίας, το χαμηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη- παρείχε στους ερευνητές ιδιαίτερα διακριτές ομάδες σύγκρισης. Η χώρα κατέγραψε επίσης ένα από τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας από COVID-19 παγκοσμίως, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση μετά το Περού σε θανάτους ανά κάτοικο.
Σύμφωνα με τον αναπληρωτή καθηγητή λοιμωξιολογίας Trifon Valkov, αυτό το πλαίσιο δημιούργησε μια σπάνια αναλυτική ευκαιρία.
«Τα εμβόλια κατά της COVID-19 αποδείχθηκαν ισχυρό εργαλείο, επιτρέποντας σε πολλούς ανθρώπους να ξεπεράσουν τη λοίμωξη πολύ πιο εύκολα, συχνά με ελάχιστα συμπτώματα. Δεν αποτρέπουν πλήρως τη μόλυνση, αλλά μειώνουν σημαντικά τη σοβαρότητά της. Αυτό δημιούργησε το ερώτημα σχετικά με τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στις πιο ευάλωτες ομάδες ασθενών», σύμφωνα με τον Valkov.
Οι προηγούμενες μελέτες
.
Προηγούμενες μεγάλες μελέτες στη Δυτική Ευρώπη, στις ΗΠΑ και στην Κίνα εξέτασαν παρόμοια ζητήματα, αλλά συνήθως σε πληθυσμούς με υψηλή εμβολιαστική κάλυψη, ιδιαίτερα μεταξύ των ευάλωτων ομάδων.
«Αυτό που κάναμε είναι πρωτοφανές», πρόσθεσε η καθηγήτρια ιολογίας Radka Argirova, η οποία συμμετείχε στη μελέτη. «Δεν έχει υπάρξει συγκρίσιμη έρευνα με πενταετή παρακολούθηση και τόσο λεπτομερή ανάλυση θεραπειών, εντοπισμού όγκων και επιβίωσης ογκολογικών ασθενών».
Η επόμενη φάση της έρευνας θα εξετάσει και άλλες χρόνιες παθήσεις, όπως ο διαβήτης και τα καρδιαγγειακά νοσήματα, που είναι ιδιαίτερα συχνά στη Βουλγαρία.
Επιβίωσης και τεχνολογία mRNA
Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι ασθενείς που εμβολιάστηκαν με εμβόλια mRNA έχουν σημαντικά μεγαλύτερη επιβίωση σε σύγκριση τόσο με τους ανεμβολίαστους όσο και με όσους έλαβαν εμβόλια ιικού φορέα. Το πλεονέκτημα αυτό παραμένει για χρόνια μετά τη μόλυνση, ακόμη και μετά από προσαρμογή για ηλικία, φύλο και τύπο καρκίνου.
Η επίδραση φαίνεται ιδιαίτερα έντονη σε ασθενείς που υποβάλλονται σε σύγχρονη ανοσοθεραπεία, ειδικά με αναστολείς σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού συστήματος.
Οι ερευνητές υποθέτουν ότι ο εμβολιασμός μπορεί να προσφέρει μακροχρόνιο προστατευτικό όφελος που υπερβαίνει την πρόληψη της σοβαρής COVID-19, ενδεχομένως αλληλεπιδρώντας θετικά με το ανοσοποιητικό σύστημα στο πλαίσιο της θεραπείας του καρκίνου.
Ωστόσο, τα αποτελέσματα διαφέρουν ανάλογα με τον τύπο καρκίνου. Οι ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα και γαστρεντερικούς όγκους εξακολουθούν να εμφανίζουν χαμηλότερη μακροχρόνια επιβίωση παρά τον εμβολιασμό, γεγονός που υπογραμμίζει τη συνεχιζόμενη ευαλωτότητα ορισμένων ομάδων. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχαν θετικές ενδείξεις.
Η Argirova υπέδειξε το μικροπεριβάλλον του όγκου ως μια πιθανή εξήγηση για τα παρατηρούμενα αποτελέσματα. Δεδομένα από ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα, για παράδειγμα, δείχνουν διάμεση επιβίωση 43 μηνών στους εμβολιασμένους, έναντι 35 μηνών στους ανεμβολίαστους.
«Η ανάλυσή μας καλύπτει όσους έλαβαν χημειοθεραπεία, ανοσοθεραπεία και στοχευμένη θεραπεία. Σε όλες τις εντοπίσεις όγκων που εξετάσαμε, οι εμβολιασμένοι ασθενείς εμφανίζουν το ισχυρότερο και πιο σταθερό όφελος, ακόμη και όταν η στατιστική σημαντικότητα δεν επιτυγχάνεται πάντα. Η τάση είναι σαφής», είπε.
Η ίδια πρόσθεσε επίσης ότι η Βουλγαρία γίνεται ολοένα και πιο σημαντικό πεδίο για τέτοιου είδους έρευνες. «Δεν υπάρχει άλλη χώρα με τόσο χαμηλή εμβολιαστική κάλυψη κατά της COVID-19. Αυτό καθιστά τη Βουλγαρία ιδιαίτερα πολύτιμη επιστημονικά, επειδή επιτρέπει ουσιαστικές συγκρίσεις. Χώρες με κάλυψη 90–95% απλώς δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν αυτού του είδους τις μελέτες», σημείωσε χαρακτηριστικά η Argirova.
Στους κύριους συγγραφείς της μελέτης περιλαμβάνονται ο ογκολόγος και γενετιστής Georgi Dimitrov, ο αναπληρωτής καθηγητής Trifon Valkov και η καθηγήτρια Radka Argirova.
Ανοσοποιητικό και μικροπεριβάλλον του όγκου
Οι ερευνητές υποθέτουν ότι τα εμβόλια mRNA ενδέχεται να επηρεάζουν το μικροπεριβάλλον του όγκου -ένα πολύπλοκο κυτταρικό δίκτυο που καταστέλλει τις ανοσολογικές αποκρίσεις και επιτρέπει την επιβίωση του όγκου.
«Το ανοσοποιητικό σύστημα είναι συχνά ικανό να αναγνωρίζει και να καταστρέφει καρκινικά κύτταρα. Ωστόσο, μέσα στο μικροπεριβάλλον του όγκου, τα ανοσολογικά κύτταρα καταστέλλονται και αδυνατούν να εκτελέσουν τη λειτουργία τους, επιτρέποντας ουσιαστικά στον όγκο να επιμένει στο καταστροφικό του έργο», εξήγησε ο Valkov.
Πρώιμες μελέτες έδειξαν ότι ο εμβολιασμός κατά της COVID-19 μπορεί να αυξήσει τη διείσδυση ανοσοκυττάρων σε αυτό το μικροπεριβάλλον, αποκαθιστώντας ενδεχομένως τον ανοσολογικό έλεγχο της εξέλιξης του όγκου.
«Δεν περιμέναμε το μέγεθος των αποτελεσμάτων», δήλωσε ο Valkov για να προσθέσει στη συνέχεια και τα εξής: «Παρατηρήσαμε πολλαπλάσια βελτίωση της επιβίωσης σε ασθενείς που εμβολιάστηκαν με εμβόλια mRNA σε σύγκριση με ανεμβολίαστους ασθενείς με τις ίδιες κακοήθειες».
Επιπλέον, επισήμανε ότι το στατιστικά σημαντικό όφελος επιβίωσης αφορά ειδικά τους ασθενείς που εμβολιάστηκαν με εμβόλια mRNA. «Χρόνια μετά τον εμβολιασμό, η διαφορά στην επιβίωση μεταξύ εμβολιασμένων και ανεμβολίαστων ασθενών με τον ίδιο τύπο καρκίνου γίνεται όλο και πιο εντυπωσιακή», είπε.
Η έλλειψη επενδύσεων
Παρά τα ενθαρρυντικά ευρήματα της μελέτης, οι ερευνητές προειδοποιούν ότι η Βουλγαρία δεν διαθέτει επαρκείς πόρους για πιο ενδελεχείς μελέτες.
«Σε αυτό το στάδιο έχουμε απλώς δεδομένα που συγκρίνουμε και από τα οποία εξάγουμε συμπεράσματα. Ωστόσο, η στατιστική από μόνη της δεν μπορεί να εξηγήσει την παθογένεια πίσω από αυτές τις παρατηρήσεις. Γιατί οι εμβολιασμένοι ασθενείς ζουν περισσότερο; Τι ακριβώς συμβαίνει; Αυτό θα έπρεπε να είναι το επόμενο βήμα. Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον», τονίζει ο Valkov.
Ταυτόχρονα, αναγνώρισε ότι τέτοιου είδους έρευνα δεν είναι σήμερα εφικτή στη Βουλγαρία, καθώς απαιτεί εξειδικευμένο εξοπλισμό και καλά συντονισμένη διεπιστημονική ομάδα, κάτι που είναι πολύ δύσκολο να συγκροτηθεί στη χώρα. «Αυτές οι μελέτες συνδέονται με την αγορά πολύ ακριβού εξοπλισμού και δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος ότι το κράτος θα χρηματοδοτούσε ένα τέτοιο έργο», είπε.
Χρηματοδότηση και υποστήριξη
Η βασική υπόθεση των ερευνητών είναι ότι το αγγελιοφόρο RNA που εισάγεται στον οργανισμό μέσω του εμβολίου παραμένει “αόρατο” στο μικροπεριβάλλον του όγκου. Έτσι, μπορεί να διεγείρει τον σχηματισμό αντιγόνων μέσα σε αυτά τα κύτταρα, οδηγώντας σε αυξημένη διείσδυση ανοσολογικά ενεργών κυττάρων στον όγκο.
«Αυτές είναι μόνο υποθέσεις μας. Πρέπει ακόμη να αποσαφηνιστούν, να εξεταστούν λεπτομερώς και να επιβεβαιωθούν πλήρως. Αυτό είναι αδύνατο για μια ομάδα τριών ανθρώπων, εκτός αν υπάρχουν θεσμοί που θα τους στηρίξουν», είπε ο Valkov, προσθέτοντας ότι τέτοια έρευνα θα μπορούσε να καταστεί δυνατή με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και κυβερνητική υποστήριξη.
«Η ιατρική του 21ου αιώνα δεν είναι πλέον ιατρική του οργανισμού, ούτε των οργάνων και των ιστών· είναι ήδη ιατρική σε υποκυτταρικό επίπεδο. Και είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέρον να κατανοήσουμε ή να επιβεβαιώσουμε τι ακριβώς συμβαίνει σε αυτό το υποκυτταρικό επίπεδο και γιατί αυτό το φαινόμενο παρατηρείται ειδικά με αυτόν τον τύπο εμβολίου», κατέληξε.
Πηγή: EURACTIV





