Οι επιστήμονες αποδύονται σε μια μεγάλη ερευνητική προσπάθεια να διασώσουν μία από τις πιο «ιερές» στιγμές της ημέρας μας: αυτή του καφέ. Πίσω από το καθημερινό φλιτζάνι που μας ξυπνά και μας συνοδεύει στη δουλειά, κρύβεται μια σκληρή μάχη στα χωράφια της Αφρικής, όπου ένας εξελικτικά ευέλικτος μύκητας απειλεί την παγκόσμια παραγωγή.
Η ασθένεια Coffee Wilt ή "σκουριά του καφέ" προκαλείται από τον μύκητα Fusarium xylarioides και οδηγεί σε απόφραξη των αγγείων του φυτού, εμποδίζοντας τη μεταφορά νερού. Το αποτέλεσμα είναι χαρακτηριστικός «μαρασμός» και τελικά ο θάνατος του φυτού.
Από τη δεκαετία του 1990, οι επιδημίες της νόσου έχουν κοστίσει πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια, προκαλώντας δραματική πτώση της παραγωγής σε χώρες όπως η Ουγκάντα, η Δημοκρατία του Κονγκό, η Αιθιοποία και η Ακτή του Ελεφαντοστού.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της εξελικτικής βιολόγου Lily Peck από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες , ο μύκητας φαίνεται να έχει αποκτήσει γονίδια μέσω «οριζόντιας μεταφοράς» από συγγενικό παθογόνο, τον Fusarium oxysporum, ο οποίος προσβάλλει περισσότερες από 120 καλλιέργειες.
Οι ερευνητές «ανέστησαν» ιστορικά στελέχη του μύκητα από βιβλιοθήκες καλλιεργειών και ανέλυσαν το γονιδίωμά τους. Εντόπισαν μεγάλες κινητές γενετικές μονάδες τύπου “Starships” — τμήματα DNA που μπορούν να μετακινούνται μεταξύ οργανισμών και να μεταφέρουν γονίδια που αυξάνουν τη λοιμογόνο ικανότητα. Η ανακάλυψη αυτή, όπως εξηγεί η επιστήμονας σε σχετικό άρθρο της στο The Conversation, εξηγεί γιατί η νόσος επανεμφανίζεται και προσβάλλει διαφορετικές ποικιλίες καφέ (arabica και robusta), δημιουργώντας ανησυχίες για νέα κύματα επιδημιών.
"Η μελέτη της γενετικής των φυτοπαθογόνων οργανισμών είναι ζωτικής σημασίας για την κατανόηση του γιατί αυτή η ασθένεια συνεχίζει να επανέρχεται και του πώς μπορεί να προληφθεί μια άλλη μεγάλη επιδημία.", τονίζει η Peck.
Ενώ οι πρώτες επιδημίες της νόσου της μαρασμού του καφέ επηρέασαν ένα ευρύ φάσμα ποικιλιών καφέ, οι μεταγενέστερες επιδημίες επηρέασαν κυρίως τα δύο είδη καφέ που κυριαρχούν σήμερα στις παγκόσμιες αγορές: την arabica και robusta
Η νόσος, που εντοπίστηκε για πρώτη φορά το 1927, αποδεκάτισε αρκετές ποικιλίες καφέ που καλλιεργούνταν στη δυτική και κεντρική Αφρική. Αν και οι αγρότες καταπολέμησαν τον μύκητα με τη μετάβαση σε καλλιέργειες robusta που θεωρούνταν ανθεκτικές στη δεκαετία του 1950, η αναστολή ήταν βραχύβια.
Η ασθένεια επανεμφανίστηκε τη δεκαετία του 1970 στον καφέ robusta, εξαπλώθηκε στην ανατολική και κεντρική Αφρική. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, οι αποδόσεις είχαν καταρρεύσει και η παραγωγή καφέ δεν μπορούσε να ανακάμψει σε χώρες όπως η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Ξεχωριστά, οι ερευνητές εντόπισαν την ασθένεια στον καφέ arabica στην Αιθιοπία τη δεκαετία του 1950 και την παρακολούθησαν να εξαπλώνεται τη δεκαετία του 1970
Προσπάθεια αποτροπής μεταπήδησης από φυτό σε φυτό
Ο έλεγχος φυτών που δεν είναι καφεόδεντρα για μόλυνση από F. xylarioides θα μπορούσε να αποκαλύψει εναλλακτικά είδη φυτών όπου διαφορετικοί μύκητες Fusarium έρχονται σε επαφή και ανταλλάσσουν γενετικό υλικό. Αυτό έχει σημασία επειδή σε ολόκληρη την υποσαχάρια Αφρική, τα καφεόδεντρα συχνά μοιράζονται τα χωράφια με μπανανιές και ζιζάνια. Εάν αυτά τα γειτονικά φυτά μπορούν να φιλοξενήσουν μύκητες που λειτουργούν ως νέες πηγές γενετικής ποικιλομορφίας, ενδέχεται να συμβάλουν στην ανάπτυξη νέων στελεχών της νόσου.
Η αναγνώριση των φυτών που μπορούν να λειτουργήσουν ως ξενιστές μυκήτων θα μπορούσε να δώσει στους αγρότες πρακτικές επιλογές για τη μείωση του κινδύνου νόσων στα φυτά καφέ, από τη στοχευμένη διαχείριση των ζιζανίων έως την αποφυγή της παράλληλης φύτευσης ευάλωτων καλλιεργειών, εξηγεί η Peck.
Αν και η "σκουριά του καφέ" είναι επί του παρόντος ενδημική σε χαμηλά και διαχειρίσιμα επίπεδα σε όλη την ανατολική και κεντρική Αφρική, οποιαδήποτε μελλοντική επανεμφάνιση της ασθένειας θα μπορούσε να έχει καταστροφικές συνέπειες για την αφρικανική παραγωγή καφέ ενώ αποτελεί απειλή για τους παραγωγούς στην Ασία και την Αμερική, προειδοποιεί η ειδικός.
Τι θα χάναμε αν χάναμε τον καφέ;
Ο καφές είναι ένα από τα πιο μελετημένα ροφήματα παγκοσμίως. Σύγχρονες μεγάλες μετα-αναλύσεις δείχνουν ότι η μέτρια κατανάλωση (περίπου 3–4 φλιτζάνια ημερησίως) σχετίζεται με:
-
Μειωμένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου
-
Μειωμένο κίνδυνο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2
-
Χαμηλότερη πιθανότητα εμφάνισης νόσου Πάρκινσον
-
Μειωμένο κίνδυνο ορισμένων μορφών καρκίνου, ιδίως του ήπατος
-
Προστατευτική δράση έναντι χρόνιας ηπατικής νόσου
Η καφεΐνη δρα ως ανταγωνιστής των υποδοχέων αδενοσίνης στον εγκέφαλο, ενισχύοντας την εγρήγορση και πιθανώς προσφέροντας νευροπροστατευτική δράση. Παράλληλα, ο καφές αποτελεί σημαντική πηγή αντιοξειδωτικών (πολυφαινολών), που συμβάλλουν στη μείωση της φλεγμονής.
Τα νεότερα δεδομένα δείχνουν ότι η μέτρια κατανάλωση καφέ δεν αυξάνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο στους περισσότερους υγιείς ενήλικες, ακόμη και σε άτομα με ήπια υπέρταση, εφόσον δεν υπάρχει ιατρική αντένδειξη.
Πώς θα ήταν η ζωή χωρίς τον καφέ;
Η καφεΐνη είναι ψυχοδραστική ουσία και η συστηματική κατανάλωσή της μπορεί να οδηγήσει σε ήπια εξάρτηση.Με λίγα λόγια, αν -χτύπα ξύλο!- ξυπνήσουμε μια μέρα και δεν έχουμε καφέ να πιούμε και ξυπνήσουμε και την επόμενη και πάλι δεν ....θα αρχίσουμε να έχουμε κλασικά συμπτώματα συνδρόμου στέρησης.
Συχνότερα συμπτώματα (12–24 ώρες μετά τη διακοπή):
-
Πονοκέφαλος (το συχνότερο σύμπτωμα)
-
Έντονη κόπωση
-
Υπνηλία
-
Ευερεθιστότητα
-
Δυσκολία συγκέντρωσης
-
Κακή διάθεση
-
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ναυτία ή μυϊκοί πόνοι
Τα συμπτώματα συνήθως διαρκούν 2–9 ημέρες, με κορύφωση στο πρώτο ή δεύτερο 24ωρο. Οφείλονται στην αυξημένη ευαισθησία των υποδοχέων αδενοσίνης που έχει αναπτυχθεί λόγω της χρόνιας κατανάλωσης καφεΐνης. Με τη διακοπή, προκαλείται αγγειοδιαστολή στα εγκεφαλικά αγγεία, οδηγώντας στον χαρακτηριστικό πονοκέφαλο.
Η σταδιακή μείωση της κατανάλωσης – για παράδειγμα αντικαθιστώντας μέρος του κανονικού καφέ με ντεκαφεϊνέ ή μειώνοντας την ποσότητα κατά 20–25% κάθε λίγες ημέρες – μπορεί να περιορίσει σημαντικά τα συμπτώματα.





