Το παχύ έντερο αποτελεί ένα ζωτικό τμήμα του πεπτικού συστήματος, καθώς είναι υπεύθυνο για τη μεταφορά και την αποβολή των άχρηστων ουσιών από τον οργανισμό. Σε σπάνιες περιπτώσεις, όμως, μπορεί να διαταθεί υπερβολικά, χάνοντας σταδιακά την ικανότητά του να λειτουργεί φυσιολογικά. Η κατάσταση αυτή είναι γνωστή ως μεγάκολο.
Το μεγάκολο δεν αποτελεί μία συγκεκριμένη ασθένεια, αλλά έναν όρο που περιγράφει τη σημαντική διεύρυνση του παχέος εντέρου. Ανάλογα με την αιτία που το προκαλεί, μπορεί να εξελίσσεται αργά και σταδιακά ή να εμφανιστεί αιφνίδια, αποτελώντας επείγουσα ιατρική κατάσταση.
Νόσος Hirschsprung
Μία από τις μορφές του μεγακόλου εμφανίζεται ήδη από τη γέννηση. Στη νόσο Hirschsprung, ορισμένα νεογνά γεννιούνται χωρίς τα απαραίτητα νευρικά κύτταρα σε τμήμα του παχέος εντέρου, τα οποία φυσιολογικά βοηθούν στην προώθηση των κοπράνων.
Ως αποτέλεσμα, τα κόπρανα συσσωρεύονται στο έντερο και το τμήμα που βρίσκεται πάνω από την προβληματική περιοχή αρχίζει να διαστέλλεται.
Τα βρέφη με τη συγκεκριμένη πάθηση μπορεί να μην αποβάλουν τα πρώτα τους κόπρανα τις πρώτες ώρες μετά τη γέννηση, ενώ συχνά εμφανίζουν κοιλιακό πρήξιμο, εμετούς, δυσκοιλιότητα και δυσκολίες στη σίτιση.
Η θεραπεία είναι χειρουργική και περιλαμβάνει την αφαίρεση του τμήματος του εντέρου που δεν διαθέτει φυσιολογική νεύρωση.
Επίκτητο μεγάκολο
Μια άλλη μορφή είναι το επίκτητο μεγάκολο, το οποίο αναπτύσσεται σε μεγαλύτερες ηλικίες. Τα συνηθέστερα συμπτώματα περιλαμβάνουν χρόνια δυσκοιλιότητα, κοιλιακό φούσκωμα και πόνο.
Παρότι η δυσκοιλιότητα είναι εξαιρετικά συχνή στον γενικό πληθυσμό, μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό ανθρώπων θα αναπτύξει μεγάκολο.
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι μεταβολές στα νεύρα και στους μυς του εντέρου ενδέχεται να δυσκολεύουν τη φυσιολογική μετακίνηση των κοπράνων. Επιπλέον, ορισμένα φάρμακα και νευρολογικές παθήσεις φαίνεται να αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης της διαταραχής.
Η αντιμετώπιση εξαρτάται από την υποκείμενη αιτία και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων. Σε αρκετές περιπτώσεις βοηθούν οι διατροφικές αλλαγές και η φαρμακευτική αγωγή, ενώ σε σοβαρότερες καταστάσεις μπορεί να απαιτηθεί χειρουργική παρέμβαση.
Σύνδρομο Ogilvie
Το σύνδρομο Ogilvie, γνωστό και ως οξεία ψευδοαπόφραξη του παχέος εντέρου, εμφανίζεται κυρίως σε ασθενείς που νοσηλεύονται μετά από σοβαρή χειρουργική επέμβαση, λοίμωξη, τραυματισμό ή άλλη βαριά νόσο.
Αν και δεν υπάρχει πραγματική απόφραξη, το έντερο σταματά να προωθεί αποτελεσματικά το περιεχόμενό του, με αποτέλεσμα να διατείνεται γρήγορα.
Η κατάσταση μπορεί να γίνει ιδιαίτερα επικίνδυνη εάν το παχύ έντερο χάσει την αιμάτωσή του ή υποστεί ρήξη.
Η θεραπεία επικεντρώνεται αρχικά στην αντιμετώπιση του υποκείμενου προβλήματος, όπως η αφυδάτωση ή οι διαταραχές των ηλεκτρολυτών. Εάν δεν υπάρξει βελτίωση, οι γιατροί μπορεί να χορηγήσουν ειδικά φάρμακα ή να αποσυμφορήσουν το έντερο με ενδοσκοπικές τεχνικές.
Τοξικό μεγάκολο
Η πιο σοβαρή μορφή είναι το τοξικό μεγάκολο, το οποίο χαρακτηρίζεται από ταχεία διάταση του παχέος εντέρου σε συνδυασμό με έντονη φλεγμονή και σοβαρή επιδείνωση της γενικής κατάστασης του ασθενούς.
Συνδέεται κυρίως με την ελκώδη κολίτιδα, αλλά και με σοβαρές εντερικές λοιμώξεις, όπως αυτές που προκαλούνται από το βακτήριο Clostridioides difficile.
Τα προειδοποιητικά συμπτώματα περιλαμβάνουν:
- Υψηλό πυρετό
- Ταχυκαρδία
- Έντονο κοιλιακό πόνο
- Αιματηρή διάρροια
- Αφυδάτωση
- Σημαντικό φούσκωμα της κοιλιάς
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η διάτρηση του εντέρου, μια επιπλοκή που μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή λοίμωξη και σηψαιμία.
Η αντιμετώπιση απαιτεί άμεση νοσηλεία, ενδοφλέβια χορήγηση υγρών, φαρμακευτική θεραπεία για τον έλεγχο της φλεγμονής ή της λοίμωξης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επείγουσα χειρουργική επέμβαση.
Πότε πρέπει να ζητήσετε ιατρική βοήθεια
Παρότι οι διαφορετικές μορφές μεγακόλου έχουν διαφορετικά αίτια, όλες μοιράζονται ένα κοινό χαρακτηριστικό: το παχύ έντερο διογκώνεται και αδυνατεί να λειτουργήσει φυσιολογικά.
"Η σοβαρή κοιλιακή διάταση δεν πρέπει ποτέ να αποδίδεται αυτόματα σε «απλή δυσκοιλιότητα», ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από έντονο πόνο, πυρετό, εμετούς ή αιματηρή διάρροια.
Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία μπορεί να αποτρέψει επικίνδυνες επιπλοκές και να αποδειχθεί καθοριστική για την έκβαση της υγείας του ασθενούς.", τονίζει στο σχετικό του άρθρο στο The Conversation o Queen Mary University of London.
Πηγή: The Conversation





