Η πρόσβαση των παιδιών και των εφήβων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βρίσκεται στο επίκεντρο μιας διεθνούς πολιτικής και επιστημονικής συζήτησης, καθώς όλο και περισσότερες χώρες προχωρούν σε περιορισμούς ή ακόμη και πλήρεις απαγορεύσεις για ανηλίκους.
Αφορμή αποτελούν οι αυξανόμενες ανησυχίες για τις επιπτώσεις των social media στην ψυχική υγεία των νέων, συμπεριλαμβανομένων του διαδικτυακού εκφοβισμού, του εθισμού, των προβλημάτων ύπνου, του άγχους, της έκθεσης σε ακατάλληλο περιεχόμενο και της επαφής με διαδικτυακούς θηρευτές.
Η πιο πρόσφατη χώρα που ανακοίνωσε αυστηρά μέτρα είναι το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο σχεδιάζει να απαγορεύσει τη χρήση κοινωνικών δικτύων σε παιδιά κάτω των 16 ετών.
Η Βρετανία ακολουθεί τον δρόμο της Αυστραλίας
Στις 15 Ιουνίου, ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Κιρ Στάρμερ ανακοίνωσε ότι η κυβέρνησή του προχωρά στην προετοιμασία νομοθεσίας που θα αποκλείει τους ανηλίκους κάτω των 16 ετών από πλατφόρμες όπως το Instagram, το TikTok, το Facebook, το Snapchat, το YouTube και το X.
Παράλληλα, εξετάζονται περιορισμοί στη ζωντανή μετάδοση (livestreaming), στο ατελείωτο scrolling περιεχομένου και σε εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης που λειτουργούν ως «ψηφιακοί σύντροφοι», οι οποίες θα επιτρέπονται μόνο σε άτομα άνω των 18 ετών.
Η εφαρμογή του μέτρου αναμένεται την άνοιξη του 2027.
Η Αυστραλία έδειξε τον δρόμο
Η Αυστραλία έγινε τον Δεκέμβριο του 2025 η πρώτη χώρα παγκοσμίως που επέβαλε απαγόρευση πρόσβασης στα social media για παιδιά κάτω των 16 ετών.
Η νομοθεσία αφορά πλατφόρμες όπως Facebook, Instagram, TikTok, Snapchat, X, Reddit και Twitch, ενώ εξαιρεί υπηρεσίες όπως το WhatsApp και το YouTube Kids.
Οι εταιρείες που δεν λαμβάνουν επαρκή μέτρα για τον αποκλεισμό ανηλίκων κινδυνεύουν με πρόστιμα που φτάνουν τα 49,5 εκατομμύρια αυστραλιανά δολάρια.
Ωστόσο, η εφαρμογή του μέτρου έχει αναδείξει διάφορα προβλήματα. Πολλά παιδιά συνέχισαν να χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα μέσω VPN, ψεύτικων στοιχείων ηλικίας ή εναλλακτικών πλατφορμών, ενώ έρευνες έδειξαν ότι η πλειονότητα των ανηλίκων δεν άλλαξε ουσιαστικά τις συνήθειές της.
Παρά τις δυσκολίες, το αυστραλιανό μοντέλο θεωρείται σήμερα το βασικό σημείο αναφοράς για τις χώρες που σχεδιάζουν ανάλογες πολιτικές.
Η Γαλλία πιέζει για ευρωπαϊκή λύση
Η Γαλλία ήταν από τις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες που επιχείρησαν να περιορίσουν την πρόσβαση των ανηλίκων στα social media.
Το 2023 υιοθετήθηκε νομοθεσία που προβλέπει γονική συναίνεση για τη δημιουργία λογαριασμού από παιδιά κάτω των 15 ετών, ενώ στις αρχές του 2026 Γάλλοι βουλευτές ενέκριναν νέο νομοσχέδιο που προβλέπει πλήρη απαγόρευση χρήσης κοινωνικών δικτύων για παιδιά κάτω των 15 ετών.
Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει ταχθεί ανοιχτά υπέρ αυστηρότερων μέτρων, υποστηρίζοντας ότι η υπερβολική έκθεση στις οθόνες επηρεάζει αρνητικά την ψυχική υγεία και την ανάπτυξη των παιδιών.
Και η Ελλάδα προς περιορισμούς από το 2027
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Ελλάδα.
Τον Απρίλιο, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε ότι η χώρα σχεδιάζει να απαγορεύσει την πρόσβαση στα social media για παιδιά κάτω των 15 ετών από τον Ιανουάριο του 2027.
Η πρωτοβουλία εντάσσεται στη στρατηγική αντιμετώπισης των αυξανόμενων περιστατικών άγχους, διαταραχών ύπνου και προβληματικής χρήσης ψηφιακών μέσων στους ανηλίκους.
Οι λεπτομέρειες του συστήματος επαλήθευσης ηλικίας και ελέγχου πρόσβασης βρίσκονται ακόμη υπό διαμόρφωση, με την ελληνική κυβέρνηση να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις σε άλλες χώρες.
Ένα παγκόσμιο κίνημα
Πέρα από τη Βρετανία, την Αυστραλία, τη Γαλλία και την Ελλάδα, αντίστοιχα μέτρα εξετάζουν ή έχουν ήδη δρομολογήσει η Αυστρία, ο Καναδάς, η Δανία, η Γερμανία, η Ινδονησία, η Μαλαισία, η Πολωνία, η Σλοβενία, η Ισπανία και η Τουρκία.
Τα ηλικιακά όρια κυμαίνονται από τα 14 έως τα 16 έτη, ενώ οι περισσότερες κυβερνήσεις σχεδιάζουν να χρησιμοποιήσουν τεχνολογίες επαλήθευσης ηλικίας για την εφαρμογή των περιορισμών.
Προστασία ή υπερβολικός έλεγχος;
Παρά τη διεθνή δυναμική, η συζήτηση παραμένει έντονη.
Υποστηρικτές των μέτρων θεωρούν ότι τα social media πρέπει να αντιμετωπιστούν με την ίδια λογική που ισχύει για το αλκοόλ, τον τζόγο ή τα προϊόντα καπνού, λόγω των κινδύνων που ενέχουν για την ανάπτυξη των παιδιών.
Αντίθετα, οργανώσεις ψηφιακών δικαιωμάτων και ειδικοί στην τεχνολογία προειδοποιούν ότι οι απαγορεύσεις μπορεί να παραβιάζουν την ιδιωτικότητα μέσω αυστηρών ελέγχων ταυτότητας, ενώ συχνά παρακάμπτονται εύκολα από τους νέους χρήστες.
Παράλληλα, πολλοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η πραγματική λύση δεν βρίσκεται μόνο στον αποκλεισμό των παιδιών από τις πλατφόρμες, αλλά και στην υποχρέωση των ίδιων των εταιρειών να δημιουργούν ασφαλέστερα ψηφιακά περιβάλλοντα.
Όπως επισημαίνει σε σχετικό άρθρο του στο The Conversation o Andy Phippen, καθηγητής Ηθικής της Τεχνητής Νοημοσύνης και Ψηφιακών Δικαιωμάτων στο Πανεπιστήμιο Bournemouth, ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο σχεδιασμός των πλατφορμών ενδέχεται να είναι πιο σημαντικός από την ίδια την πρόσβαση. Τα επιχειρηματικά μοντέλα που βασίζονται στην αλληλεπίδραση μπορούν να επηρεάσουν χρήστες όλων των ηλικιών. Ο περιορισμός της πρόσβασης των νεότερων χρηστών μπορεί να μειώσει την έκθεσή τους σε αυτές τις λειτουργίες, αλλά δεν αντιμετωπίζει απαραίτητα τα συστήματα που προκάλεσαν την ανησυχία εξ αρχής.
Υπάρχει επίσης η πιθανότητα να προκύψουν ανεπιθύμητες συνέπειες. Ορισμένοι νέοι ενδέχεται απλώς να μετακινηθούν σε λιγότερο ρυθμιζόμενες πλατφόρμες, να χρησιμοποιήσουν VPN, να δημιουργήσουν ψεύτικους λογαριασμούς ή να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες μέσω μεγαλύτερων σε ηλικία φίλων και μελών της οικογένειας. Άλλοι ενδέχεται να γίνουν λιγότερο πρόθυμοι να συζητήσουν τις διαδικτυακές τους εμπειρίες, αν φοβούνται ότι θα χάσουν εντελώς την πρόσβαση.
Τι σημαίνει αυτό για τους γονείς;
Ίσως το πιο σημαντικό σημείο είναι ότι η νομοθεσία δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη γονική φροντίδα, την εκπαίδευση και την υποστήριξη.
"Ακόμη και αν επιβληθεί απαγόρευση, οι νέοι θα συνεχίσουν να έρχονται σε επαφή με την ψηφιακή τεχνολογία, τις διαδικτυακές κοινότητες και τις κοινωνικές πλατφόρμες καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Οι δεξιότητες που χρειάζονται για να περιηγούνται με ασφάλεια σε αυτούς τους χώρους θα παραμείνουν σημαντικές, ανεξάρτητα από το τι ορίζει ο νόμος.", τονίζει ο Phippen.
"Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι η πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής εκτείνεται πέρα από τα ίδια τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι απλώς πώς να κρατήσουμε τα παιδιά μακριά από τους διαδικτυακούς κινδύνους, αλλά πώς να τα βοηθήσουμε να αναπτύξουν τις δεξιότητες, την αυτοπεποίθηση και την ανθεκτικότητα που χρειάζονται για να κινούνται σε έναν όλο και πιο ψηφιακό κόσμο.", καταλήγει.





