Μετά την 79η Παγκόσμια Συνέλευση Υγείας της περασμένης εβδομάδας, η Παγκόσμια Συμμαχία για το Κλίμα και την Υγεία, που εκπροσωπεί περισσότερους από 250 οργανισμούς υγείας, καλεί τις κυβερνήσεις και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας να ενσωματώσουν τις παραμέτρους της κλιματικής αλλαγής σε όλους τους τομείς του παγκόσμιου σχεδιασμού, των προγραμμάτων και των πολιτικών υγείας, αναγνωρίζοντας παράλληλα τις σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία από την κύρια αιτία της κλιματικής αλλαγής: τα ορυκτά καύσιμα.
«Το κλίμα και η υγεία είναι αδιαχώριστα στην πράξη και έτσι πρέπει να είναι και στην πολιτική», δήλωσε η Rosie Tasker, υπεύθυνη για θέματα Κλίματος και Καθαρού Αέρα, στην Παγκόσμια Συμμαχία για το Κλίμα και την Υγεία. «Το κλίμα επηρεάζει σχεδόν κάθε τομέα εργασίας που συζητήθηκε στη φετινή συνέλευση· η υγεία και το κλίμα είναι αλληλένδετα στην πραγματική ζωή, επομένως οι κυβερνήσεις πρέπει να ενσωματώσουν την κλιματική διάσταση στις εθνικές πολιτικές υγείας».
Η ίδια πρόσθεσε ότι «η κλιματική αλλαγή προκαλεί αύξηση των ασθενειών και των θανάτων που σχετίζονται με τη ζέστη, διευκολύνει την εξάπλωση λοιμωδών νοσημάτων και επιβαρύνει την ψυχική υγεία, ασκώντας τεράστια πίεση σε ήδη εύθραυστα συστήματα υγείας».
Παράλληλα, τόνισε ότι η κλιματική αλλαγή και η ατμοσφαιρική ρύπανση έχουν κοινούς παράγοντες, ενώ η κλιματική κρίση επιδεινώνει τις συνέπειες της ρύπανσης, αυξάνοντας τα περιστατικά καρκίνου, καρδιαγγειακών και αναπνευστικών νοσημάτων.
Η Εκτελεστική Διευθύντρια της Παγκόσμια Συμμαχία για το Κλίμα και την Υγεία, Δρ. Jeni Miller, υπογράμμισε πως «για να προστατευθεί και να προαχθεί πραγματικά η παγκόσμια υγεία στην εποχή της κλιματικής αλλαγής, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και τα υπουργεία Υγείας πρέπει να αναγνωρίσουν και να αντιμετωπίσουν την κλιματική αλλαγή σε κάθε πτυχή του σχεδιασμού και της πολιτικής υγείας».
Η ισχυρή αφετηρία
Η 79η Παγκόσμια Συνέλευση Υγείας βασίστηκε σε μια ισχυρή αφετηρία, καθώς το τρέχον Γενικό Πρόγραμμα Εργασίας του ΠΟΥ για την περίοδο 2025-2028 αναγνωρίζει τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην υγεία ως μία από τις έξι βασικές προτεραιότητες του οργανισμού.
Κατά τη διάρκεια υψηλού επιπέδου εκδήλωσης για το Σχέδιο Δράσης Υγείας του Μπελέμ, ο Dr Jeremy Farrar, Βοηθός Γενικός Διευθυντής του ΠΟΥ για την Προαγωγή της Υγείας, την Πρόληψη Νοσημάτων και τη Φροντίδα, τόνισε πόσο κρίσιμο είναι το έργο για το κλίμα και την υγεία, χαρακτηρίζοντάς το ως την πιο απτή επίπτωση της κλιματικής αλλαγής στη ζωή των ανθρώπων.
Παρότι το ζήτημα του κλίματος και της υγείας δεν βρισκόταν επίσημα στην ατζέντα της συνέλευσης, οκτώ θέματα ημερήσιας διάταξης συνδέονταν άμεσα με ζητήματα κλίματος. Ωστόσο, η Συμμαχία επεσήμανε ότι η κλιματική διάσταση απουσίαζε από κρίσιμες συζητήσεις για τη μεταρρύθμιση της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής υγείας.
Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην υγεία
Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει την ανθρώπινη υγεία αυξάνοντας τον κίνδυνο ασθενειών, επιβαρύνοντας τα συστήματα υγείας και διαταράσσοντας κρίσιμες δομές που προστατεύουν την ευημερία, όπως τα συστήματα τροφίμων.
Μη μεταδοτικά νοσήματα, όπως ο διαβήτης, οι καρδιαγγειακές και οι νεφρικές παθήσεις, επιδεινώνονται από την ατμοσφαιρική ρύπανση και την ακραία ζέστη. Παράλληλα, ασθένειες όπως η ελονοσία και παραμελημένες τροπικές νόσοι εξαπλώνονται σε νέες γεωγραφικές περιοχές λόγω της υπερθέρμανσης του πλανήτη.
Ακραία καιρικά φαινόμενα και πυρκαγιές που σχετίζονται με το κλίμα μπορούν να προκαλέσουν μετατραυματικό στρες, ενώ η «κλιματική αγωνία» έχει πλέον μετρήσιμες επιπτώσεις στην ψυχική υγεία παγκοσμίως.
Η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη γίνεται δυσκολότερη εξαιτίας πλημμυρών και πυρκαγιών που καταστρέφουν κλινικές και ιατρικά αρχεία, ενώ ταυτόχρονα τα συστήματα υγείας επωμίζονται το κόστος των επιπτώσεων από τα ορυκτά καύσιμα, συχνά χωρίς να το αναγνωρίζουν.
Η μητρική και παιδική υγεία επηρεάζεται επίσης από τις επισιτιστικές κρίσεις και τις μετακινήσεις πληθυσμών που προκαλεί η κλιματική αλλαγή.
Πίεση στα παγκόσμια συστήματα υγείας
«Η παγκόσμια κοινότητα υγείας βρίσκεται υπό τεράστια πίεση», δήλωσε η Δρ. Miller, αναφερόμενη στη δραστική μείωση της διεθνούς βοήθειας από τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες ανεπτυγμένες χώρες.
Όπως επισήμανε, οι περικοπές στη χρηματοδότηση του ΠΟΥ αναγκάζουν τον οργανισμό σε σημαντικές εσωτερικές αναδιαρθρώσεις, ενώ πολλές κυβερνήσεις ανακατευθύνουν δημόσιους πόρους από την υγεία και το κλίμα προς την ασφάλεια και την άμυνα.
Η ίδια προειδοποίησε ότι θα ήταν σοβαρό λάθος να υποβαθμιστεί η κλιματική αλλαγή στην ατζέντα της υγείας, καθώς η έλλειψη σχεδιασμού για τις επιπτώσεις της θα καταστήσει τις χώρες πολύ πιο ευάλωτες σε μελλοντικές κρίσεις.
Νέος γενικός διευθυντής στον ΠΟΥ το 2027
Η διαδικασία εκλογής νέου Γενικού Διευθυντή του ΠΟΥ βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, καθώς ο σημερινός επικεφαλής, Dr Tedros Adhanom Ghebreyesus, πρόκειται να αποχωρήσει τον Αύγουστο του 2027.
Η Δρ. Miller τόνισε ότι ο επόμενος επικεφαλής του ΠΟΥ θα αναλάβει καθήκοντα σε μια περίοδο γεωπολιτικής αστάθειας και σοβαρής πίεσης στα παγκόσμια συστήματα υγείας, υπογραμμίζοντας ότι η κλιματική αλλαγή λειτουργεί ως «πολλαπλασιαστής απειλών» σε όλες τις κρίσεις.
Η συζήτηση για τα ορυκτά καύσιμα
Παρότι τα ορυκτά καύσιμα δεν βρέθηκαν επίσημα στην ατζέντα της 79ης Συνέλευσης, αρκετές παράλληλες εκδηλώσεις ανέδειξαν τον ρόλο τους ως βασικού παράγοντα της κλιματικής αλλαγής και σημαντικής αιτίας βλαβών στην ανθρώπινη υγεία.
Η Shweta Narayan, επικεφαλής εκστρατειών της Παγκόσμια Συμμαχία για το Κλίμα και την Υγεία, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Τα ορυκτά καύσιμα είναι προϊόντα που βλάπτουν την υγεία. Τα επιστημονικά δεδομένα είναι αδιαμφισβήτητα: ο άνθρακας, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο βλάπτουν την ανθρώπινη υγεία σε κάθε στάδιο του κύκλου ζωής τους — από την εξόρυξη έως την καύση και τη διαχείριση αποβλήτων — ενώ παράλληλα τροφοδοτούν την κλιματική κρίση που πολλαπλασιάζει αυτές τις επιπτώσεις».





