Οι καρδιαγγειακές παθήσεις αποτελούν την κύρια αιτία θανάτου παγκοσμίως. Η στεφανιαία νόσος είναι ο πιο συνηθισμένος τύπος καθώς πλήττει περίπου 1 στους 20 ενήλικες ηλικίας 20 ετών και άνω.
Προηγούμενη έρευνα είχε εντοπίσει διαφορές ανάλογα με το φύλο, με τις γυναίκες να καταγράφουν σημαντικά μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκών λόγω της νόσου.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι γυναίκες συχνά έχουν μικρότερη διάμετρο στεφανιαίας αρτηρίας, που σημαίνει ότι μπορεί να εμφανίσουν υψηλότερο συνολικό φορτίο αθηρωματικής πλάκας. Ο όρος περιγράφει τη συνολική ποσότητα λιπαρών αποθέσεων μέσα σε μια αρτηρία.
Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Circulation: Cardiovascular Imaging υποδηλώνει ότι οι γυναίκες ενδέχεται να αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρών καρδιακών επεισοδίων ακόμα και όταν έχουν χαμηλότερα επίπεδα πλάκας σε σύγκριση με τους άνδρες.
Με λίγα λόγια, η χρήση των ίδιων ορίων και για τα δύο φύλα θα μπορούσε να υποτιμήσει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο στις γυναίκες, σημειώνουν οι ειδικοί.
Λιγότερη αθηρωματική πλάκα δεν σημαίνει χαμηλότερος κίνδυνος
Παρά τα ευρήματα, ακόμα δεν είναι σαφές πώς αυτές οι διαφορές στο ποσοστό πλάκας μεταξύ ανδρών και γυναικών μεταφράζονται σε αυξημένο κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών επεισοδίων (MACE), όπως καρδιακή προσβολή, θωρακικά άλγη ή ακόμα και θάνατος.
Για να διερευνήσουν αυτό το ερώτημα, ερευνητές από το Mass General Brigham ανέλυσαν δεδομένα από σχεδόν 4.300 εξωτερικούς ασθενείς που προσήλθαν στο νοσοκομείο με πόνο στο στήθος και χωρίς γνωστό ιστορικό στεφανιαίας νόσου.
Η ομάδα βασίστηκε σε δεδομένα από τη μελέτη Prospective Multicenter Imaging Study for Evaluation of Chest Pain (PROMISE), η οποία περιελάμβανε συμμετέχοντες σε 193 τοποθεσίες στη Βόρεια Αμερική.
Χρησιμοποιώντας αγγειογραφία αξονικής τομογραφίας στεφανιαίων αγγείων (CCTA), οι ερευνητές αξιολόγησαν τον συνολικό όγκο πλάκας, το συνολικό φορτίο πλάκας και τον υποτύπο της.
Κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης των δεδομένων, η ομάδα διαπίστωσε ότι ενώ οι γυναίκες είχαν χαμηλότερο μέσο όρο συνολικού όγκου πλάκας από τους άνδρες, το συνολικό φορτίο προσαρμοσμένο στο μέγεθος των αγγείων τους ήταν τελικά παρόμοιο.
Μετά από διάμεση παρακολούθηση 26 μηνών, οι γυναίκες και οι άνδρες παρουσίασαν τελικά συγκρίσιμα ποσοστά καρδιαγγειακών επεισοδίων.
Η επικεφαλής συγγραφέας Jan Brendel, MD, του Κέντρου Έρευνας Καρδιαγγειακής Απεικόνισης (CIRC) στο Τμήμα Ακτινολογίας του Πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης, σχολιάζοντας τα ευρήματα τα χαρακτήρισε αξιοσημειωτα καθώς «οι γυναίκες είχαν χαμηλότερους απόλυτους όγκους πλάκας αλλά παρόμοια ποσοστά συμβάντων».
Ο Kevin Shah, MD, καρδιολόγος και Διευθυντής στο Ινστιτούτο Καρδιάς και Αγγείων MemorialCare, επισήμανε επίσης ότι «αυτή η μελέτη ενισχύει την θεωρία ότι η βιολογία και η κατανομή της πλάκας έχουν σημασία — και όχι μόνο η συνολική ποσότητα. Λιγότερη πλάκα δεν σημαίνει απαραίτητα χαμηλός κίνδυνος για τις γυναίκες».
Καρδιαγγειακός κίνδυνος: εμφανίζεται νωρίτερα στις γυναίκες
Το πρότυπο εξέλιξης του κινδύνου διέφερε επίσης. Στις γυναίκες, ο κίνδυνος αυξανόταν απότομα ακόμα και σε χαμηλότερα επίπεδα πλάκας. Αντίθετα, οι άνδρες εμφάνιζαν μια περισσότερο σταδιακή αύξηση του κινδύνου που συνοδευόταν συνήθως και με υψηλότερο φορτίο συσσώρευσης αθηρωματικής πλάκας.
Η Δρ.Brendel σημειώνει ότι αυτά τα ευρήματα θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αποφυγή υποτίμησης του καρδιαγγειακού κινδύνου στις γυναίκες:
«Πρώτον, αποφύγετε την υπόθεση εργασίας ότι ο χαμηλός όγκος πλάκας ισοδυναμεί με χαμηλό κίνδυνο. Δεύτερον, λάβετε υπόψη το φορτίο πλάκας. Και τρίτον, ενσωματώστε τα ευρήματα απεικόνισης με τους κλινικούς παράγοντες κινδύνου για να διασφαλίσετε ότι οι γυναίκες λαμβάνουν την κατάλληλη προληπτική αξιολόγηση και παρακολούθηση», προσθέτει.
Κατά τους ερευνητές, εάν οι κλινικοί γιατροί βασίζονται σε ομοιόμορφα όρια για το φορτίο πλάκας, οι γυναίκες θα μπορούσαν να ταξινομηθούν ως χαμηλότερου κινδύνου περιπτώσεις παρά την ύπαρξη σημαντικής πιθανότητας ανεπιθύμητων συμβάντων.
Επομένως, η ενσωμάτωση του φύλου και ενδεχομένως της ηλικίας στην αξιολόγηση της καρδιαγγειακής υγείας θα μπορούσε να βελτιώσει την πρόβλεψη του κινδύνου και να βοηθήσει στην πρόληψη.
«Προς το παρόν, δεν υπάρχουν ευρέως καθιερωμένα όρια φορτίου πλάκας στην καθημερινή κλινική πρακτική», εξηγεί η Brendel.
«Τα δεδομένα μας δεν δικαιολογούν άμεσα όρια ειδικά για το φύλο, προσθέτει, αντίθετα, υποστηρίζουν την ανάγκη για μελλοντική έρευνα που θα καθορίσει ένα εύρος αναφοράς ειδικά για την ηλικία και το φύλο, παρόμοια με τις προσεγγίσεις που βασίζονται σε ποσοστά και χρησιμοποιούνται για τη βαθμολόγηση του ασβεστίου στις στεφανιαίες αρτηρίες», καταλήγει.





