Μια νέα μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Aging and Mental Health, έρχεται να αποδείξει ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από όσο υποστήριζαν μέχρι σήμερα οι δύο πλευρές αυτής της συζήτησης.
Αρχικά, είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε τι ακριβώς είναι η άνοια. Δεν πρόκειται για μία συγκεκριμένη διάγνωση, αλλά για έναν γενικό όρο που περιλαμβάνει μια σειρά από παθήσεις –με πιο γνωστή τη νόσο Αλτσχάιμερ– οι οποίες προκαλούν απώλεια μνήμης, σύγχυση, δυσκολίες στην ομιλία και σταδιακή απώλεια της αυτονομίας των πασχόντων.
Γνωστική έκπτωση και άνοια
Η γνωστική έκπτωση, δηλαδή μια γενική επιβράδυνση ή αποδυνάμωση των νοητικών λειτουργιών, δεν είναι το ίδιο πράγμα με την άνοια. Οι δύο όροι συχνά χρησιμοποιούνται λανθασμένα ως συνώνυμοι, όμως δεν είναι: μπορεί κάποιος να εμφανίσει γνωστική έκπτωση χωρίς να αναπτύξει ποτέ άνοια.
Δεν γνωρίζουμε πλήρως τι προκαλεί τη νόσο Αλτσχάιμερ. Γνωρίζουμε ότι ένας υγιεινός τρόπος ζωής μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο, αλλά δεν αποτελεί εγγύηση. Πολλοί άνθρωποι που έχουν ακολουθήσει όλες τις «σωστές» πρακτικές τελικά νόσησαν και εξακολουθούν να νοσούν. Η ασθένεια επηρεάζεται από γενετικούς, ηλικιακούς και βιολογικούς παράγοντες που ακόμη μελετώνται από τους ερευνητές.
Η νέα έρευνα στην οποία αναφερθήκαμε στις παραπάνω γραμμες παρακολούθησε περισσότερους από 10.000 ενήλικες ηλικίας από 65 έως και 94 ετών για έξι χρόνια. Όλοι ήταν αρχικά υγιείς, πλήρως ανεξάρτητοι και χωρίς άνοια. Οι ερευνητές κατέγραψαν την πορεία της μνήμης τους και εξέτασαν αν η μοναξιά έπαιξε κάποιον ρόλο, μικρό ή μεγάλο, στις αλλαγές αυτές.
Τα αποτελέσματα ήταν σύνθετα. Η μοναξιά φάνηκε να συμβάλλει σε δυσκολίες της μνήμης – αλλά δεν βρέθηκαν στοιχεία ότι οδηγεί στην άνοια. Αυτή η διάκριση θεωρείται κρίσιμος παράγοντας, καθώς τα προβλήματα μνήμης δεν ταυτίζονται με την άνοια, και η σύγχυση των δύο μπορεί να προκαλέσει αδικαιολόγητη ανησυχία.
Το εύρημα που ξεχώρισε
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η μοναξιά σπάνια επέρχεται από μόνη της. Πολλοί συμμετέχοντες είχαν επίσης διαβήτη, υψηλή αρτηριακή πίεση, κατάθλιψη ή χαμηλά επίπεδα σωματικής δραστηριότητας – παράγοντες που επηρεάζουν ανεξάρτητα τη λειτουργία του εγκεφάλου. Για παράδειγμα, ο διαβήτης μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί τη γλυκόζη, δηλαδή την κύρια πηγή ενέργειάς του, με συνέπειες στη μνήμη. Η κατάθλιψη μπορεί να έχει παρόμοια επίδραση. Ο διαχωρισμός της επίδρασης της μοναξιάς από αυτούς τους παράγοντες είναι ιδιαίτερα δύσκολος και η μελέτη δεν δίνει πλήρη απάντηση σε αυτό το ζήτημα.
Ένα εύρημα που ξεχώρισε ήταν το υψηλό ποσοστό μοναξιάς στη νότια Ευρώπη – μια περιοχή που συχνά θεωρείται ότι διαθέτει τα πιο ισχυρά κοινωνικά δίκτυα όπως η οικογένεια και οι φιλίες. Αυτό έρχεται να μας υπενθυμίζει ότι η μοναξιά είναι μία καθαρά υποκειμενική εμπειρία. Δεν εξαρτάται μόνο από το πόσοι άνθρωποι βρίσκονται γύρω μας, αλλά και από το πόσο συνδεδεμένοι νιώθουμε μαζί τους.
Υπάρχει επίσης ένας μεθοδολογικός περιορισμός: η μελέτη αντιμετώπισε τη μοναξιά ως μία σταθερή κατάσταση, ενώ στην πραγματικότητα αυτή μεταβάλλεται -ακόμη και από μέρα σε μέρα– καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής.
Συνολικά, η ευρύτερη έρευνα για τη συσχέτιση μεταξύ μοναξιάς και γνωστικής έκπτωσης παραμένει αμφιλεγόμενη, και η συγκεκριμένη μελέτη δεν δίνει οριστικές απαντήσεις. Αυτό που υποδεικνύει, ωστόσο, είναι ότι τα συστήματα υγείας ίσως θα ωφελούνταν αν αξιολογούσαν τη μοναξιά σε συνάρτηση με τις γνωστικές λειτουργίες των ανθρώπων, αντιμετωπίζοντας την κοινωνική σύνδεση ως μέρος της προληπτικής ιατρικής.
Και υπάρχει λόγος αισιοδοξίας. Ο εγκέφαλος έχει ανθεκτικότητα. Έρευνες δείχνουν ότι οι δυσκολίες μνήμης που συνδέονται με τη μοναξιά μπορούν να βελτιωθούν όταν αυτή μειωθεί η εξαλειφθεί, ενώ η κοινωνική δραστηριότητα μπορεί να ενισχύσει συνολικά τη γνωστική λειτουργία των ατόμων. Η μοναξιά, από μόνη της, είναι απίθανο να αποτελέσει τον καθοριστικό παράγοντα για την εμφάνιση άνοιας.
Πηγή: THE CONVERSATION.COM





