Η μονοκλωνική γαμμαπάθεια αδιευκρίνιστης σημασίας, γνωστή ως MGUS, είναι μια σχετικά συχνή κατάσταση του αίματος που συνήθως δεν προκαλεί συμπτώματα, αλλά παρακολουθείται από τους γιατρούς επειδή σε ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων μπορεί με τα χρόνια να εξελιχθεί σε σοβαρότερα νοσήματα, όπως το πολλαπλούν μυέλωμα ή άλλες λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές.
Η συχνότητά της αυξάνεται με την ηλικία και αφορά περίπου το 3% έως 7% του πληθυσμού, ενώ ο ετήσιος κίνδυνος εξέλιξης υπολογίζεται περίπου στο 1% έως 1,5%. Παρότι η MGUS είναι γνωστή εδώ και χρόνια, οι επιστήμονες εξακολουθούν να μη γνωρίζουν με βεβαιότητα ποιοι παράγοντες οδηγούν ορισμένες περιπτώσεις να παραμένουν σταθερές και άλλες να προχωρούν σε πιο επιθετική νόσο.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν ανησυχίες και ερωτήματα σχετικά με το αν ο εμβολιασμός κατά του SARS-CoV-2, δηλαδή του ιού που προκαλεί τη νόσο COVID-19, θα μπορούσε να επηρεάσει τη φυσική πορεία της MGUS. Το ερώτημα δεν ήταν αμελητέο, ειδικά για ανθρώπους που ήδη ζουν με αυτή τη διάγνωση και αναζητούν σαφείς απαντήσεις πριν προχωρήσουν σε εμβολιασμό.
Η καθηγήτρια Θεραπευτικής - Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (καθηγητής Θεραπευτικής - Ογκολογίας - Αιματολογίας, διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι σε μια πρόσφατη δημοσίευση στο έγκριτο περιοδικό Blood Cancer Journal, οι ερευνητές αξιοποίησαν τη μεγάλη ισλανδική μελέτη iStopMM, μια εθνική, προοπτική μελέτη πληθυσμιακού ελέγχου για την ανίχνευση της MGUS.
Περισσότεροι από 75.000 άνθρωποι στην Ισλανδία είχαν ελεγχθεί, και από αυτούς εντοπίστηκαν 3.059 περιπτώσεις MGUS. Για την ανάλυση που αφορά τον εμβολιασμό, οι ερευνητές εστίασαν σε 1.814 άτομα με MGUS που είχαν λάβει τουλάχιστον μία δόση εμβολίου κατά του SARS-CoV-2 και για τα οποία υπήρχαν επαναλαμβανόμενες μετρήσεις της M πρωτεΐνης, δηλαδή του βασικού εργαστηριακού δείκτη που χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση αυτής της κατάστασης.
Συνολικά καταγράφηκαν 6.094 μετρήσεις M πρωτεΐνης σε διάμεσο χρόνο παρακολούθησης 2,3 ετών. Σχεδόν όλοι οι εμβολιασμένοι είχαν λάβει τουλάχιστον δύο δόσεις, ενώ περίπου ένας στους τέσσερις είχε λάβει και τρίτη δόση. Η διάμεση ηλικία κατά τον πρώτο εμβολιασμό ήταν τα 71 έτη, κάτι που δείχνει ότι η μελέτη αφορά κυρίως έναν πληθυσμό στον οποίο η MGUS είναι συχνότερη.
Το πιο ουσιαστικό εύρημα ήταν ότι η πορεία της M πρωτεΐνης πριν και μετά τον εμβολιασμό ήταν σχεδόν ίδια. Πριν από τον εμβολιασμό, η ετήσια αύξηση της M πρωτεΐνης υπολογίστηκε στο 1,0%, ενώ μετά τον εμβολιασμό στο 1,2%, διαφορά που οι ερευνητές δεν θεώρησαν ουσιαστική. Δηλαδή, οι μετρήσεις δεν έδειξαν ότι το εμβόλιο επιτάχυνε την εξέλιξη της MGUS. Το ίδιο συμπέρασμα παρέμεινε σταθερό όταν εξετάστηκαν ξεχωριστά άνδρες και γυναίκες, καθώς και οι διαφορετικές κατηγορίες MGUS ανάλογα με τον τύπο της ανοσοσφαιρίνης.
Δεν φάνηκε επίσης να υπάρχει διαφορά ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων ή ανάλογα με το είδος του εμβολίου, είτε επρόκειτο για εμβόλια mRNA είτε για εμβόλια αδενοϊικού φορέα. Ακόμη και όταν οι ερευνητές εξέτασαν αν υπήρχε κάποια μεταβολή αμέσως μετά τον εμβολιασμό ή μέσα στο επόμενο έτος, δεν εντόπισαν στατιστικά σημαντική διαφορά. Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι λίγοι συμμετέχοντες που έμειναν ανεμβολίαστοι και συνέχισαν να παρακολουθούνται παρουσίασαν παρόμοια πορεία της M πρωτεΐνης με εκείνους που εμβολιάστηκαν.
Η μελέτη δεν περιορίστηκε μόνο στη MGUS, αλλά εξέτασε και μια μικρότερη ομάδα 134 ανθρώπων που στη διάρκεια της παρακολούθησης πληρούσαν κριτήρια για το λεγόμενο ασυμπτωματικό πολλαπλούν μυέλωμα. Και σε αυτή την ομάδα, η ετήσια μεταβολή της M πρωτεΐνης πριν και μετά τον εμβολιασμό ήταν παρόμοια, χωρίς ένδειξη ότι ο εμβολιασμός επιδείνωσε την κατάσταση.
Οι συγγραφείς προτείνουν ότι η παροδική ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος που προκαλεί το εμβόλιο δεν φαίνεται να αλλάζει τη συμπεριφορά του προϋπάρχοντος, προ-κακοήθους πλασματοκυτταρικού κλώνου. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή ένας από τους φόβους που συχνά εκφράζονται δημοσίως είναι ότι η ανοσολογική διέγερση θα μπορούσε να «ξυπνήσει» μια λανθάνουσα νόσο. Με βάση τα δεδομένα αυτής της εργασίας, δεν προέκυψε τέτοιο σήμα.
Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι η εργασία αφορά μόνο τα εμβόλια κατά του SARS-CoV-2 και μόνο τις τρεις πρώτες δόσεις, επομένως δεν εξετάζει μεταγενέστερες αναμνηστικές δόσεις.
Επίσης, η μελέτη δεν μέτρησε απευθείας πόσοι άνθρωποι εξελίχθηκαν κλινικά σε πολλαπλούν μυέλωμα, αλλά χρησιμοποίησε ως βασικό δείκτη την πορεία της M πρωτεΐνης, η οποία αποτελεί χρήσιμο αλλά έμμεσο δείκτη κινδύνου. Τέλος, η χρονική διάρκεια παρακολούθησης ήταν σχετικά περιορισμένη. Παρ’ όλα αυτά, τα ισχυρά σημεία της μελέτης είναι σημαντικά: πολύ μεγάλο δείγμα, εθνικός σχεδιασμός, ομοιόμορφες εργαστηριακές μετρήσεις, πλήρη στοιχεία εμβολιασμού και πολλές επαναλαμβανόμενες μετρήσεις στον χρόνο.
Σε αυτή τη μεγάλη, πληθυσμιακή μελέτη από την Ισλανδία, ο εμβολιασμός κατά της COVID-19 δεν συνδέθηκε με επιτάχυνση της αύξησης της M πρωτεΐνης σε ανθρώπους με MGUS ή ασυμπτωματικό πολλαπλούν μυέλωμα. Για ασθενείς, οικογένειες και επαγγελματίες υγείας, αυτό σημαίνει ότι ένας συγκεκριμένος και συχνά επαναλαμβανόμενος φόβος δεν επιβεβαιώθηκε από τα διαθέσιμα δεδομένα αυτής της μελέτης.
Η έρευνα προσφέρει ένα ισχυρό, τεκμηριωμένο επιχείρημα ότι τα εμβόλια κατά του SARS-CoV-2 δεν φαίνεται να επηρεάζουν δυσμενώς τη βιολογική πορεία αυτών των πρόδρομων διαταραχών.





