Οι διαφορές φύλου στην κοινωνική ευαισθησία των ενηλίκων είναι γνωστές. Οι γυναίκες υπερέχουν στην αναγνώριση προσώπων και συναισθημάτων και σημειώνουν ελαφρώς υψηλότερες επιδόσεις σε μετρήσεις ενσυναίσθησης. Είναι πιο πιθανό να επιλέγουν επαγγέλματα που σχετίζονται με ανθρώπους, όπως η εκπαίδευση και η υγεία, ενώ οι άνδρες τείνουν να επιλέγουν επαγγέλματα που σχετίζονται με «αντικείμενα», όπως η μηχανική ή οι τεχνικές εργασίες.
Αλλά πόσο νωρίς εμφανίζονται αυτές οι διαφορές και οφείλονται στην εξέλιξη ή στην κοινωνική μάθηση; Για χρόνια, ορισμένοι θεωρητικοί υποστήριζαν ότι η διαφορά είναι έμφυτη και ενσωματωμένη στον εγκέφαλο των αγοριών και των κοριτσιών μέσω της δαρβινικής επιλογής. Ωστόσο, αυτή η άποψη βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε μία μόνο, αν και γνωστή, αλλά σοβαρά προβληματική μελέτη 102 νεογνών.
Ο «θησαυρός» ερευνών για νεογνά
Αναγνωρίζοντας ότι οι ψυχολόγοι μελετούν εδώ και δεκαετίες τον κοινωνικό προσανατολισμό των νεογνών, ερευνητές νευροσυμπεριφοράς, ξεκίνησαν να συλλέγουν όλα τα δεδομένα: κάθε δημοσιευμένη μελέτη που συνέκρινε την προσοχή αγοριών και κοριτσιών σε κοινωνικά ερεθίσματα κατά τον πρώτο μήνα ζωής. Στόχος ήταν να ελεγχθεί καλύτερα η υπόθεση μιας έμφυτης διαφοράς φύλου στην προσοχή ή το ενδιαφέρον προς τους άλλους ανθρώπους.
Η μελέτη ήταν συστηματική ανασκόπηση, δηλαδή εξετάστηκε κάθε δημοσιευμένη εργασία που καταγράφεται σε ιατρικές και ψυχολογικές βάσεις δεδομένων από τη δεκαετία του 1960 και μετά.
Υιοθετήθηκε μια ευρεία προσέγγιση, αναζητώντας οποιαδήποτε έρευνα που μετρούσε την προσοχή ή την προτίμηση των νεογνών για ανθρώπινα πρόσωπα ή φωνές και παρουσίαζε τα δεδομένα ξεχωριστά ανά φύλο. Σημαντικό είναι ότι δεν περιορίστηκε η αναζήτηση σε όρους όπως «διαφορά φύλου», ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε μεροληψία που θα μπορούσε να αποκλείσει μελέτες χωρίς διαφορές.
Όπως αναμενόταν, εντοπίστηκα δεκάδες μελέτες: 40 πειράματα από 31 επιστημονικές δημοσιεύσεις με σχεδόν 2.000 βρέφη. Οι περισσότερες μετρούσαν πόσο χρόνο τα νεογνά κοιτούσαν πρόσωπα, είτε ένα πρόσωπο είτε επιλέγοντας μεταξύ δύο (π.χ. της μητέρας έναντι μιας άγνωστης).
Τα δεδομένα ήταν αρκετά ώστε να γίνει μετα-ανάλυση, μια στατιστική μέθοδος που συνδυάζει πολλά μικρά δείγματα σε ένα μεγάλο. Στις μελέτες αυτές περιλαμβάνονταν 667 βρέφη, μισά αγόρια και μισά κορίτσια.
Το αποτέλεσμα ήταν σαφές: η κοινωνική αντίληψη μεταξύ αγοριών και κοριτσιών ήταν σχεδόν ταυτόσημη, καθώς δεν υπήρξε καμία σημαντική διαφορά συνολικά, ούτε όταν εξετάστηκαν συγκεκριμένοι τύποι μετρήσεων.
Άλλα ευρήματα
Εξετάστηκαν επίσης μελέτες για ένα εντυπωσιακό φαινόμενο: το «μεταδοτικό κλάμα», όπου τα νεογνά κλαίνε όταν ακούνε άλλο μωρό να κλαίει. Αν και μια πρώιμη μελέτη έδειξε ελαφρώς μεγαλύτερη συχνότητα στα κορίτσια, η συνολική ανάλυση 9 μελετών (387 βρέφη) δεν έδειξε ουσιαστική διαφορά.
Σε άλλη ομάδα μελετών, τα μωρά αξιολογήθηκαν ως προς την προσοχή τους σε κοινωνικά και άψυχα ερεθίσματα. Τα κορίτσια έδειξαν λίγο μεγαλύτερη προσοχή συνολικά – τόσο σε πρόσωπα όσο και σε αντικείμενα – κάτι που πιθανώς σχετίζεται με γενικό πλεονέκτημα ωρίμανσης, όχι με ιδιαίτερη κοινωνικότητα.
Και τα αγόρια προτιμούν τα πρόσωπα
Τα ευρήματα συμφωνούν με άλλες μελέτες: βρέφη 5 μηνών, αγόρια και κορίτσια, προτιμούν εξίσου τα πρόσωπα έναντι αντικειμένων, ενώ σε ηλικία 2 μηνών τα αγόρια μπορεί ακόμη και να υπερέχουν στην αναγνώριση προσώπων.
Συνολικά, η σύγχρονη έρευνα καταρρίπτει τον μύθο ότι τα κορίτσια είναι από τη φύση τους πιο κοινωνικά από τα αγόρια.
Η πραγματικότητα είναι ότι όλα τα μωρά γεννιούνται προγραμματισμένα για κοινωνική αλληλεπίδραση. Τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια είναι έτοιμα να εστιάσουν σε πρόσωπα και φωνές – στοιχεία κρίσιμα για την επιβίωση και τη φροντίδα τους.
Παρά τις καλές προθέσεις, οι περισσότεροι γονείς τείνουν να αντιμετωπίζουν διαφορετικά τα παιδιά τους ανάλογα με το φύλο από πολύ νωρίς. Η υπόθεση ότι τα αγόρια είναι λιγότερο κοινωνικά δεν βοηθά στην αποφυγή αυτής της προκατάληψης.
Η έρευνα αυτή έρχεται να συμβάλλει στην αποδόμηση του μύθου, δίνοντας σε κάθε παιδί –αγόρι ή κορίτσι– τις καλύτερες προϋποθέσεις προκειμένου να αναπτύξει σχέσεις και ενδιαφέρον για τους άλλους.
Πηγή: THE CONVERSATION.COM





