Τα συστήματα υγείας βρίσκονται μπροστά σε μια καθοριστική μετάβαση: από ένα μοντέλο που εστιάζει κυρίως στη διαχείριση της νόσου, σε μια φροντίδα πιο προγνωστική, προληπτική και προσωποποιημένη. Σε αυτή τη νέα εποχή, η αξιοποίηση των δεδομένων δεν αποτελεί πλέον μια μελλοντική φιλοδοξία, αλλά βασική προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα, την ανθεκτικότητα και την αποτελεσματικότητα της υγειονομικής περίθαλψης.
Σε ένα περιβάλλον όπου οι ανάγκες των ασθενών αυξάνονται, οι χρόνιες παθήσεις επιβαρύνουν σημαντικά τα συστήματα υγείας και οι πόροι παραμένουν περιορισμένοι, η δυνατότητα να μετατρέπουμε τα δεδομένα σε χρήσιμη και εφαρμόσιμη γνώση αποκτά νευραλγική σημασία. Δεν είναι απλώς μια τεχνολογική πρόκληση. Πρόκειται, πρωτίστως, για μια ανθρωποκεντρική ανάγκη: να μπορούμε να προλαμβάνουμε, να παρεμβαίνουμε έγκαιρα και να βοηθούμε τους ανθρώπους να ζουν περισσότερο και καλύτερα.
Το γεγονός ότι σήμερα, το 97% των δεδομένων υγείας παραμένει αναξιοποίητο αποτυπώνει με σαφήνεια το μέγεθος της πρόκλησης. Την ίδια στιγμή, ο όγκος των διαθέσιμων πληροφοριών αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς. Η πραγματική αξία, όμως, δεν βρίσκεται απλώς στη συλλογή δεδομένων, αλλά στην ικανότητά μας να τα αξιοποιούμε για πιο τεκμηριωμένες αποφάσεις, πιο στοχευμένες παρεμβάσεις και ουσιαστική βελτίωση της φροντίδας των ασθενών.
Το σημερινό μοντέλο υγείας σχεδιάστηκε σε μεγάλο βαθμό για να ανταποκρίνεται στην αντιμετώπιση κρίσιμων περιστατικών. Ωστόσο, η πραγματικότητα έχει αλλάξει ριζικά. Τα χρόνια νοσήματα, με κυριότερα τα καρδιαγγειακά και τον καρκίνο, αποτελούν πλέον τη μεγαλύτερη πρόκληση για τα συστήματα υγείας διεθνώς. Επιβαρύνουν τους ασθενείς και τις οικογένειές τους, επηρεάζουν την κοινωνία και την οικονομία και απαιτούν μεσο-μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό και διατομεακές συνέργειες πέραν του υγειονομικού τομέα.
Γνωρίζουμε, άλλωστε, ότι ένα σημαντικό ποσοστό των θανάτων από καρδιαγγειακά νοσήματα θα μπορούσε να έχει προληφθεί μέσω της έγκαιρης διάγνωσης, καλύτερης διαχείρισης του κινδύνου και στοχευμένων παρεμβάσεων. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, η τεχνητή νοημοσύνη και τα δεδομένα πραγματικού κόσμου μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες. Μας δίνουν τη δυνατότητα να εντοπίζουμε πληθυσμούς υψηλού κινδύνου, να κατανοούμε καλύτερα την εξέλιξη μιας νόσου και να σχεδιάζουμε παρεμβάσεις πιο κοντά στις πραγματικές ανάγκες των ασθενών. Παράλληλα, συμβάλλουν στην πιο αποδοτική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων, κάτι ιδιαίτερα κρίσιμο για κάθε σύγχρονο σύστημα υγείας.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, ο ρόλος της φαρμακοβιομηχανίας εξελίσσεται. Δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην ανάπτυξη και διάθεση καινοτόμων θεραπειών. Επεκτείνεται στην παροχή τεχνογνωσίας, επιστημονικής καινοτομίας και στη συνδιαμόρφωση συνεργασιών και πρωτοβουλιών που ενισχύουν την πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση και τη συνολική φροντίδα των ασθενών – με στόχο τον ευρύτερο μετασχηματισμό της υγείας.
Στη Novartis, πιστεύουμε ότι τα δεδομένα και η τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση ενός πιο προγνωστικού και αποδοτικού συστήματος υγείας. Σε αυτό το πλαίσιο, αναπτύσσουμε πρωτοβουλίες, όπως το AI4HealthCities και το Cardio4Cities, που αποδεικνύουν πώς η αξιοποίηση δεδομένων μπορεί να μετατραπεί σε στοχευμένες δράσεις συμβάλλοντας σε καλύτερη διαχείριση των πόρων και σε πιο αποτελεσματικές λύσεις για τη δημόσια υγεία.
Η Ελλάδα έχει ήδη πραγματοποιήσει σημαντικά βήματα στον τομέα της ψηφιοποίησης της υγείας. Η επόμενη πρόκληση είναι να περάσουμε από τις επιμέρους ψηφιακές εφαρμογές σε έναν ολοκληρωμένο ψηφιακό μετασχηματισμό. Αυτό απαιτεί διαλειτουργικότητα των δεδομένων, σαφές πλαίσιο διακυβέρνησης, ασφάλεια, εμπιστοσύνη, επιμόρφωση και μια κοινή εθνική στρατηγική που θα αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητες που δημιουργούνται και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το σύστημα υγείας του μέλλοντος δεν θα εστιάζει μόνο στη θεραπεία. Θα αξιοποιεί τη γνώση, την τεχνολογία και τα δεδομένα για να προβλέπει κινδύνους, να προλαμβάνει νόσους και να προσφέρει πιο εξατομικευμένη φροντίδα.
Γιατί, τελικά, η πραγματική επιτυχία της καινοτομίας στην υγεία δεν θα μετρηθεί μόνο από την τεχνολογική πρόοδο. Θα μετρηθεί από το κατά πόσο θα μπορέσουμε να προσφέρουμε περισσότερα χρόνια υγιούς ζωής, καλύτερη ποιότητα φροντίδας και ένα σύστημα υγείας πιο δίκαιο, πιο ανθεκτικό και πιο κοντά στον άνθρωπο.





