Η επιδημία της νόσου από τον ιό Bundibugyo (Bundibugyo Virus Disease – BVD), μία μορφή του Έμπολα, συνεχίζει να προκαλεί έντονη ανησυχία στις υγειονομικές αρχές της Αφρικής. Όπως αναφέρει ο Παγκοσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), τα επιβεβαιωμένα κρούσματα αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και την Ουγκάντα, ενώ οι διεθνείς οργανισμοί εντείνουν τις προσπάθειες για τον περιορισμό της εξάπλωσης και την ενίσχυση της ετοιμότητας των γειτονικών χωρών.
H Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι ο αριθμός των επιβεβαιωμένων θανάτων από Έμπολα έχει ανέλθει σε 101 και ότι η παρουσία ένοπλων ομάδων συνεχίζει να παρεμποδίζει την αντιμετώπιση της επιδημίας στην επαρχία που έχει πληγεί περισσότερο.
Η εκδήλωση της επιδημίας του στελέχους Έμπολα «Bundibugyo» ανακοινώθηκε στις 15 Μαΐου, αν και οι αρχές έχουν δηλώσει έκτοτε ότι παρέμεινε απαρατήρητη για εβδομάδες, με αποτέλεσμα οι υγειονομικές αρχές να δυσκολεύονται να την θέσουν υπό έλεγχο.
Ένοπλες συγκρούσεις
Η επιδημία εξελίσσεται σε τρεις επαρχίες που μαστίζονται εδώ και καιρό από ένοπλες συγκρούσεις: Ιτούρι, Βόρειο Κίβου και Νότιο Κίβου. Στην τελευταία έκθεση κατάστασης που δημοσίευσε τη Δευτέρα, η κυβέρνηση του Κονγκό ανέφερε ότι καταγράφηκαν 35 νέα επιβεβαιωμένα κρούσματα τις προηγούμενες 24 ώρες, συμπεριλαμβανομένων 10 θανάτων. Αυτό ανέβασε τον συνολικό αριθμό των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων στα 550 και τον συνολικό αριθμό των επιβεβαιωμένων θανάτων στους 101.
Τα κρούσματα έχουν καταγραφεί σε 17 υγειονομικές ζώνες του Ιτούρι, καθώς και σε επτά υγειονομικές ζώνες στο Βόρειο Κίβου και μία υγειονομική ζώνη στο Νότιο Κίβου.
Η δυσπιστία και οι αντιδράσεις έχουν εμποδίσει την αντιμετώπιση της κρίσης, με αναφορές για επιθέσεις εναντίον ομάδων ταφής και κέντρων θεραπείας. Η τελευταία τέτοια επίθεση σημειώθηκε την Κυριακή, σύμφωνα με πηγή που είναι εξοικειωμένη με την αντίδραση της κυβέρνησης, με στόχο μια ομάδα ταφής στο νεκροταφείο Νιαμουρόνγκο στη Μπουνία, με αποτέλεσμα δύο άτομα να τραυματιστούν σοβαρά και δύο οχήματα να υποστούν ζημιές. Η έκθεση για την κατάσταση ανέφερε ότι η παρουσία ένοπλων ομάδων στο Τζούγκου, το Ιρούμου και τη Μαμπάσα - όλα στο Ιτούρι - συνέχιζε «να περιορίζει την ανθρωπιστική πρόσβαση σε πολλές υγειονομικές ζώνες που έχουν πληγεί ή βρίσκονται σε κίνδυνο».
Ανέφερε ότι η Μπουνία, η πρωτεύουσα του Ιτούρι, ήταν σχετικά ήρεμη.
Η εξάπλωση στην Ουγκάντα
Παράλληλα, στην Ουγκάντα έχουν αναφερθεί 19 επιβεβαιωμένα κρούσματα, συμπεριλαμβανομένων δύο θανάτων, καθώς και ένα πιθανό περιστατικό που κατέληξε.
Οι υγειονομικές αρχές επισημαίνουν ότι η επιδημία στην Ουγκάντα συνδέεται άμεσα με τη μετάδοση του ιού από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Έχουν ήδη καταγραφεί εισαγόμενα κρούσματα, αλλά και δευτερογενείς μεταδόσεις μεταξύ στενών επαφών και επαγγελματιών υγείας, γεγονός που υπογραμμίζει τη δυσκολία ελέγχου της νόσου σε περιοχές με έντονη διασυνοριακή κινητικότητα.
Η κατάσταση στη ΛΔΚ παραμένει ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς η επιδημία επεκτείνεται σε νέες υγειονομικές ζώνες. Η συνεχής εμφάνιση νέων κρουσμάτων αυξάνει τον κίνδυνο περαιτέρω εθνικής και περιφερειακής διασποράς, ειδικά σε περιοχές όπου οι υποδομές υγείας είναι περιορισμένες.
Απαντώντας στην κλιμακούμενη απειλή, οι εθνικές αρχές των δύο χωρών συνεργάζονται στενά με τον ΠΟΥ και άλλους διεθνείς εταίρους για την εφαρμογή εκτεταμένων μέτρων επιτήρησης, εντοπισμού επαφών, εργαστηριακών ελέγχων και ενίσχυσης των δομών περίθαλψης.
Στις 5 Ιουνίου, τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων της Αφρικής (Africa CDC) και ο ΠΟΥ ανακοίνωσαν την έναρξη ενός κοινού ηπειρωτικού σχεδίου ετοιμότητας και αντιμετώπισης του Έμπολα. Το σχέδιο προβλέπει χρηματοδότηση ύψους 518 εκατομμυρίων δολαρίων με στόχο να βοηθήσει τις αφρικανικές χώρες να ενισχύσουν την επιδημιολογική επιτήρηση, να ανιχνεύουν έγκαιρα νέα περιστατικά και να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά σε πιθανές εστίες μετάδοσης.
Ο ΠΟΥ επανεκτίμησε στις 6 Ιουνίου τον κίνδυνο που συνδέεται με την επιδημία. Για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ο κίνδυνος παραμένει «πολύ υψηλός» λόγω της συνεχιζόμενης μετάδοσης και της γεωγραφικής επέκτασης της νόσου. Για την Ουγκάντα, ο κίνδυνος χαρακτηρίζεται «υψηλός», καθώς υπάρχουν επιβεβαιωμένες διασυνοριακές μεταδόσεις και ενεργές επιδημιολογικές συνδέσεις κατά μήκος του διαδρόμου ανατολικής ΛΔΚ – δυτικής Ουγκάντας, περιοχής που έχει πληγεί και στο παρελθόν από επιδημίες Έμπολα.
Υψηλός θεωρείται επίσης ο κίνδυνος για τις χώρες που συνορεύουν με περιοχές όπου έχει εντοπιστεί ο ιός Bundibugyo, κυρίως λόγω της έντονης μετακίνησης πληθυσμών για εμπορικές και μεταλλευτικές δραστηριότητες. Αντίθετα, για την υπόλοιπη Αφρική και το παγκόσμιο επίπεδο, ο ΠΟΥ εξακολουθεί να αξιολογεί τον κίνδυνο ως χαμηλό.
Παρά τα ανησυχητικά δεδομένα, τουλάχιστον 17 ασθενείς έχουν αναρρώσει μέχρι στιγμής, ενώ οι διεθνείς υγειονομικές αρχές συνεχίζουν να παρακολουθούν στενά την εξέλιξη της επιδημίας.





