Οι εξελίξεις στον προσυμπτωματικό έλεγχο και τη θεραπεία του καρκίνου του μαστού έχουν αυξήσει σημαντικά τα ποσοστά επιβίωσης τις τελευταίες δεκαετίες. Χάρη στις πιο αποτελεσματικές χημειοθεραπείες και τις στοχευμένες θεραπείες, πολλές γυναίκες ζουν πλέον για χρόνια μετά τη διάγνωση, διατηρώντας καλή ποιότητα ζωής.
Ωστόσο, καθώς τα αποτελέσματα της θεραπείας βελτιώνονται, ένα νέο ζήτημα ζητεί επείγουσα λύση: η προστασία της καρδιάς από τις πιθανές παρενέργειες των αντικαρκινικών θεραπειών, όπως επισημαίνει σε σχετικό του άρθρο στο The Conversation o
Οι θεραπείες που μπορεί να επηρεάσουν την καρδιά
Ορισμένες θεραπείες για τον καρκίνο του μαστού έχουν συνδεθεί με επιπτώσεις στην καρδιακή λειτουργία.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι ανθρακυκλίνες, μια κατηγορία χημειοθεραπευτικών φαρμάκων, καθώς και η τραστουζουμάμπη, μια στοχευμένη θεραπεία που χρησιμοποιείται σε HER2-θετικούς καρκίνους του μαστού, δηλαδή όγκους που εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα της πρωτεΐνης HER2, η οποία προάγει την ανάπτυξη και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων.
Σε ορισμένες ασθενείς, οι συγκεκριμένες θεραπείες μπορεί να μειώσουν την ικανότητα της καρδιάς να αντλεί αποτελεσματικά αίμα ή να συμβάλουν στην εμφάνιση καρδιακής ανεπάρκειας. Παράλληλα, κάποιες αντικαρκινικές αγωγές μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης αρρυθμιών.
Το πρόβλημα είναι ότι οι πρώιμες αλλαγές συχνά δεν προκαλούν εμφανή συμπτώματα. Μέχρι να εμφανιστούν δύσπνοια, έντονη κόπωση ή αίσθημα παλμών, ενδέχεται να έχει ήδη προκληθεί βλάβη στον καρδιακό μυ.
Νέα στοιχεία από μικρή μελέτη
Μια μικρή μελέτη, η οποία δεν έχει ακόμη αξιολογηθεί από ανεξάρτητους επιστήμονες μέσω της διαδικασίας peer review, δείχνει ότι οι τακτικές αιματολογικές εξετάσεις και οι ηλεκτροκαρδιογραφικοί έλεγχοι θα μπορούσαν να βοηθήσουν στον έγκαιρο εντοπισμό προειδοποιητικών σημαδιών.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν 50 γυναίκες με καρκίνο του μαστού σταδίου 1 έως 3, δηλαδή χωρίς απομακρυσμένες μεταστάσεις, κατά τη διάρκεια έξι κύκλων χημειοθεραπείας.
Στο πλαίσιο της μελέτης μέτρησαν τα επίπεδα της καρδιακής τροπονίνης Ι, μιας πρωτεΐνης που απελευθερώνεται στο αίμα όταν υφίστανται βλάβη τα κύτταρα του καρδιακού μυός. Παράλληλα, κατέγραψαν ηλεκτροκαρδιογραφήματα (ΗΚΓ), τα οποία αποτυπώνουν την ηλεκτρική δραστηριότητα που ελέγχει τον καρδιακό ρυθμό.
Τα αποτελέσματα έδειξαν αύξηση των επιπέδων τροπονίνης κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Επιπλέον, παρατηρήθηκε μεγαλύτερη συχνότητα ηλεκτροκαρδιογραφικών ανωμαλιών, όπως η παράταση του διαστήματος QT, δηλαδή του χρόνου που απαιτείται για τη σύσπαση και την προετοιμασία των κάτω κοιλοτήτων της καρδιάς για τον επόμενο παλμό.
Όταν το διάστημα αυτό παρατείνεται, αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης σοβαρών διαταραχών του καρδιακού ρυθμού.
"Αν και απαιτούνται μεγαλύτερες μελέτες για την επιβεβαίωση των ευρημάτων, η έρευνα ενισχύει την άποψη ότι σημάδια καρδιακής καταπόνησης μπορούν να εντοπιστούν πριν ακόμη εμφανιστούν συμπτώματα.", τονίζει ο Gaze.
Τι δείχνει η τροπονίνη για την υγεία της καρδιάς
Οι εξετάσεις τροπονίνης χρησιμοποιούνται εδώ και περισσότερα από 20 χρόνια για τη διάγνωση του εμφράγματος του μυοκαρδίου.
Ωστόσο, αυξημένα επίπεδα τροπονίνης δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι κάποιος έχει υποστεί έμφραγμα. Η καρδιακή βλάβη μπορεί να οφείλεται και σε άλλες αιτίες.
Κατά τη διάρκεια της χημειοθεραπείας, η αύξηση της τροπονίνης μπορεί να αποκαλύψει μικρού βαθμού βλάβες του καρδιακού μυός προτού επιδεινωθούν οι συμβατικοί δείκτες καρδιακής λειτουργίας.
Ήδη από το 2004, επιστημονικές αναφορές είχαν χαρακτηρίσει τις τροπονίνες ως πολλά υποσχόμενους βιοδείκτες, δηλαδή μετρήσιμες ουσίες που μπορούν να υποδείξουν τραυματισμό ή νόσο.
Μετέπειτα κλινικές μελέτες έδειξαν ότι η επίμονη αύξηση της τροπονίνης κατά τη διάρκεια χημειοθεραπείας υψηλών δόσεων συνδέεται με μελλοντική μείωση της λειτουργίας της αριστερής κοιλίας, του βασικού «αντλητικού» θαλάμου της καρδιάς.
Αυτό σημαίνει ότι η τροπονίνη ενδέχεται να λειτουργήσει ως έγκαιρο προειδοποιητικό σημάδι για αυξημένο κίνδυνο καρδιακών επιπλοκών.
Τα καθιερωμένα εργαλεία παρακολούθησης παραμένουν σημαντικά
Οι ήδη καθιερωμένες μέθοδοι παρακολούθησης της καρδιακής λειτουργίας εξακολουθούν να αποτελούν βασικό κομμάτι της φροντίδας των ασθενών.
Ένας από τους συχνότερα χρησιμοποιούμενους δείκτες είναι το κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας (LVEF), δηλαδή το ποσοστό αίματος που εξωθεί η καρδιά σε κάθε παλμό.
Η μέτρηση γίνεται συνήθως μέσω υπερηχοκαρδιογραφήματος.
Παρότι το υπερηχογράφημα καρδιάς παραμένει θεμελιώδες εργαλείο, το κλάσμα εξώθησης μπορεί να παραμένει φυσιολογικό ακόμη και όταν έχουν ήδη ξεκινήσει πιο δυσδιάκριτες αλλαγές.
Για τον λόγο αυτό, οι γιατροί χρησιμοποιούν ολοένα και συχνότερα και την παράμετρο Global Longitudinal Strain (GLS), η οποία αξιολογεί με μεγαλύτερη ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο ο καρδιακός μυς συσπάται και χαλαρώνει.
Η συγκεκριμένη μέτρηση μπορεί να εντοπίσει προβλήματα προτού αυτά αποτυπωθούν στο κλάσμα εξώθησης.
Παράλληλα, οι εξετάσεις αίματος και τα ηλεκτροκαρδιογραφήματα μπορούν να προσφέρουν πρόσθετες πληροφορίες.
Το ΗΚΓ είναι μια γρήγορη, ανώδυνη και ευρέως διαθέσιμη εξέταση. Καθώς ορισμένα χημειοθεραπευτικά φάρμακα επηρεάζουν την ηλεκτρική δραστηριότητα των καρδιακών κυττάρων, η τακτική παρακολούθηση μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό ασθενών που χρειάζονται στενότερη παρακολούθηση.
Καρδιο-ογκολογία
Η αύξηση της τροπονίνης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μια ασθενής θα εμφανίσει καρδιακή ανεπάρκεια. Αντίστοιχα, ένα παθολογικό ηλεκτροκαρδιογράφημα δεν προδικάζει την εμφάνιση σοβαρής αρρυθμίας.
Οι συγκεκριμένες εξετάσεις λειτουργούν κυρίως ως δείκτες που υποδηλώνουν ότι η καρδιά ενδέχεται να βρίσκεται υπό πίεση και βοηθούν τους γιατρούς να αξιολογήσουν καλύτερα τον κίνδυνο.
Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύσσεται δυναμικά ο τομέας της καρδιο-ογκολογίας, ο οποίος εστιάζει στην προστασία της καρδιακής υγείας των ατόμων με καρκίνο πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία.
Οι γιατροί προσαρμόζουν ολοένα περισσότερο την παρακολούθηση στις ανάγκες κάθε ασθενούς. Παράγοντες όπως η προϋπάρχουσα καρδιοπάθεια, η ηλικία, η αρτηριακή πίεση, ο κίνδυνος διαβήτη και η προηγούμενη έκθεση σε καρδιοτοξικές θεραπείες επηρεάζουν το επίπεδο ελέγχου που απαιτείται.
Εάν διαπιστωθούν αυξημένα επίπεδα τροπονίνης ή μεταβολές στο ΗΚΓ, οι γιατροί μπορεί να προχωρήσουν σε συχνότερους ελέγχους, να παραπέμψουν την ασθενή σε εξειδικευμένο καρδιολόγο ή να εξετάσουν τη χορήγηση θεραπειών που προστατεύουν την καρδιά.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα διακοπή της αντικαρκινικής αγωγής. Στόχος είναι η διαχείριση των κινδύνων, ώστε η ασθενής να μπορεί να συνεχίσει την αποτελεσματική θεραπεία της όπου αυτό είναι εφικτό.
"Το βασικό μήνυμα είναι σαφές: καθώς ολοένα περισσότερες γυναίκες επιβιώνουν από τον καρκίνο του μαστού, η προστασία της μακροπρόθεσμης υγείας τους γίνεται εξίσου σημαντική με την αντιμετώπιση της νόσου.
Ο στόχος δεν είναι πλέον μόνο η επιβίωση από τον καρκίνο, αλλά και η διατήρηση της καρδιακής υγείας πολλά χρόνια μετά το τέλος της θεραπείας.", καταλήγει ο ειδικός.





