Τι γίνεται όμως αν αυτό το ιδιότυπο, εσωτερικής προβολής φιλμ είναι τόσο ισχυρό που στην ουσία εκτοπίζει την πραγματικότητα; Κατά τον ψυχίατρο Colin Ross σε αυτές τις περιπτώσεις μιλάμε πλέον για πάθηση, τη λεγόμενη δυσπροσαρμοστική ονειροπόληση.
Ο όρος περιγράφει εκείνους που περνούν μεγάλο μέρος της μέρας τους αφήνοντας το μυαλό τους να απορροφηθεί σε περίτεχνες και περίπλοκα λεπτομερείς φαντασιώσεις, με αφηγήσεις και χαρακτήρες που οι ίδιοι έχουν πλάσει.
Σύμφωνα με τον Ross, σε ακραίες περιπτώσεις κάποιοι μπορεί να ονειροπολούν έως και 12 ώρες κάθε ημέρα, με την πλοκή των ιστοριών τους να διαρκεί ακόμα και δεκαετίες. Και μολονότι αυτό μπορεί να ακούγεται πολύ δημιουργικό, στην πραγματικότητα μπορεί να προκαλέσει τεράστιες διαταραχές στην καθημερινή ζωή, οδηγώντας σε σοβαρά προβλήματα.
Μάλιστα, το φαινόμενο δεν είναι καν τόσο σπάνιο όσο νομίζουμε, καθώς «πιθανότατα αφορά το 2-4% του ενήλικου πληθυσμού», όπως επισημαίνει ο Ross.
Όταν ονειρευόμαστε ξύπνιοι
Η ονειροπόληση δεν είναι εγγενώς κακή. Είναι ακριβώς το αντίθετο. «Αν κάποιος δεν ονειροπολεί καθόλου, τον λυπάμαι», λέει ο Ross.
Η δυνατότητα να ονειροπολούμε θεωρείται ευρέως ως μια φυσιολογική νοητική δραστηριότητα με την οποία ασχολούνται σχεδόν όλοι. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το 30-50% της νοητικής μας δραστηριότητας ενώ είμαστε ξύπνιοι αφιερώνεται σε σκέψεις που δεν σχετίζονται με αυτό που κάνουμε εκείνη τη στιγμή.
Το daydreaming όχι μόνο μπορεί να ωφελήσει τη συναισθηματική μας ρύθμιση, την ενσυναίσθηση και τη δημιουργικότητα, αλλά επίσης έχει την ιδιότητα να μας ανακουφίζει όταν πλήττουμε ή να μας βοηθά να προσδιορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τις βιωματικές μας εμπειρίες.
Όταν μιλάμε για δυσπροσαρμοστική ονειροπόληση, ωστόσο, τα δεδομένα αλλάζουν. «Παρά το γεγονός ότι προκαλεί δυσφορία και επηρεάζει την ικανότητά κάποιου να λειτουργεί, αυτός συνεχίζει να το κάνει λόγω της ψυχαναγκαστικής ποιότητας που του παρέχει», εξηγεί ο γιατρός.
Αυτό ακριβώς είναι που την καθιστά διαταραχή. Και αυτό είναι το οριακό σημείο πέρα του οποίου μια υγιής συμπεριφορά μπορεί να γίνει επιβλαβής.
«Το πρόβλημα προκύπτει όταν το άτομο δεν αξιοποιεί πλέον τη φαντασίωση αλλά η φαντασίωση αρχίζει να αξιοποιεί το άτομο», τονίζει ο Eli Somer, ομότιμος καθηγητής κλινικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Χάιφα στο Ισραήλ. Αυτός επινόησε τον όρο «δυσπροσαρμοστική ονειροπόληση» και ερευνά την πάθηση για περισσότερο από δύο δεκαετίες.
Η δυσπροσαρμοστική ονειροπόληση συχνά ενεργοποιείται και διατηρείται μέσω της ακρόασης μουσικής ή επαναλαμβανόμενης σωματικής δραστηριότητας όπως το περπάτημα - περίπου το 80% των ανθρώπων ενσωματώνουν ασυνείδητες σωματικές χειρονομίες για να διατηρήσουν τη συγκέντρωσή τους ενώ είναι βυθισμένοι στην ονειροπόλησή τους.
Λόγω του χρόνου που αφιερώνουν χαμένοι σε αυτές τις σκέψεις, τα άτομα με δυσπροσαρμοστική ονειροπόληση τείνουν να αποσύρονται από κοινωνικές εκδηλώσεις ή σχέσεις και μένουν απομονωμένα – σταδιακά δε αυτό τους οδηγεί σε αισθήματα αμηχανίας και θλίψης.
Ένας εθιστικός κόσμος
«Φανταστείτε την αγαπημένη σας τηλεοπτική εκπομπή, αλλά με πρωταγωνιστή εσάς. Πώς θα μπορούσατε να την εγκαταλείψετε, αν η πραγματική σας ζωή δεν είναι τόσο συναρπαστική;» ρωτά ρητορικά η Wanda Fischera, κλινική ψυχολόγος και διευθύντρια έρευνας στη Διεθνή Εταιρεία για την Ονειροπόληση με Δυσπροσαρμοστικότητα.
Αν ένα άτομο έχει ανεκπλήρωτες συναισθηματικές ανάγκες, η δυνατότητα να χτίζει έναν εικονικό κόσμο στο μυαλό του του παρέχει την ευκαιρία να βιώσει συναισθήματα εσωτερικής πλήρωσης και ικανοποίησης.
Η δυσπροσαρμοστική ονειροπόληση έχει συσχετιστεί με διάφορους παράγοντες κινδύνου που φαίνεται να αυξάνουν τη συχνότητά της. Για παράδειγμα, ορισμένες μελέτες την έχουν συνδέσει με παιδικά τραύματα, όπως η παραμέληση, η συναισθηματική κακοποίηση και τα προβλήματα προσκόλλησης – σε αυτές τις περιπτώσεις ο πάσχων χρησιμοποιεί τη δυσπροσαρμοστική ονειροπόληση για να αποφύγει επώδυνες αναμνήσεις και συναισθήματα.
Η φυγή προς τα μέσα μπορεί επίσης να παρέχει έναν τρόπο αντιμετώπισης των προκλήσεων που προκύπτουν λόγω νευροποικιλομορφίας. Σε μια μελέτη 235 ενηλίκων με διάγνωση διαταραχής στο φάσμα του αυτισμού, το 43% από αυτούς ανέφερε εμπειρίες δυσπροσαρμοστικής ονειροπόλησης και αυτές οι εμπειρίες ήταν στενά συνδεδεμένες με τη μοναξιά και τις δυσκολίες συναισθηματικής ρύθμισης που αντιμετωπίζουν.
Άλλες έρευνες έχουν δείξει ισχυρούς δεσμούς ή παρόμοια γνωστικά χαρακτηριστικά μεταξύ λοιπών διασχιστικών και ψυχαναγκαστικών διαταραχών, όπως η ΔΕΠΥ και η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, η κατάθλιψη και το άγχος.
Είναι, λοιπόν, η δυσπροσαρμοστική ονειροπόληση μια στρατηγική αντιμετώπισης που μας βοηθά να αντιμετωπίσουμε την καθημερινότητα ή τελικά μας αποκόπτει από την πραγματική ζωή και την πραγματική μας ταυτότητα; Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι συχνά είναι και τα δύο, καταλήγει ο Somer.
«Για πολλούς ανθρώπους, η δυσπροσαρμοστική ονειροπόληση ξεκινά ως στρατηγική αντιμετώπισης, ειδικά για τη μοναξιά, το άγχος, την ψυχική δυσφορία που σχετίζεται με το τραύμα ή τις ανεκπλήρωτες συναισθηματικές ανάγκες. Αλλά σε μια υποομάδα, εξελίσσεται σε ένα χρόνιο, ψυχαναγκαστικό, διασχιστικό πρότυπο νοητικής λειτουργίας», λέει.
Υπάρχει τρόπος αντιμετώπισης; Κατά τους ειδικούς, η στοχευμένη ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει, ειδικά όταν αντιμετωπίζει παράγοντες που προκαλούν την διαταραχή όπως είναι η ψυχαναγκαστική εμβύθιση, ο έλεγχος της προσοχής, η ρύθμιση των συναισθημάτων, η προπάθεια αποφυγής δυσάρεστων καταστάσεων.
Ο κλινικός στόχος συνήθως δεν είναι η εξάλειψη της φαντασίας, αλλά η αποκατάσταση της επιλογής, της ευελιξίας και του ελέγχου, έτσι ώστε η ικανότητα να ονειροπολούμε να μπορεί να υπηρετεί την πραγματική μας ζωή αντί να την αντικαθιστά.
Πηγή: BBC





