H... ψηφιακή ζωή έχει αρχίσει να γίνεται μέρος της καθημερινότητας ακόμη και των βρεφών. Νέα διεθνής ανασκόπηση μελετών δείχνει ότι η συστηματική έκθεση σε οθόνες πριν ακόμα από την ηλικία των δύο ετών συνδέεται με αρνητικές επιπτώσεις στην αναπτυξιακή διαδικασία.
Η εικόνα ενός μωρού που παρακολουθεί βίντεο στο κινητό ή στο tablet όσο οι γονείς ολοκληρώνουν μια δουλειά έχει γίνει πλέον οικεία. Ωστόσο, σύμφωνα με νέα διεθνή ανασκόπηση της επιστημονικής βιβλιογραφίας, η πρώιμη έκθεση στις ψηφιακές οθόνες ενδέχεται να έχει μεγαλύτερο κόστος απ’ όσο πιστεύαμε.
Η μελέτη που πραγματοποιήθηκε από την ερευνητική ομάδα iADDICT (Interdisciplinary Action on Digital Device Immersive Conditions Team), ανέλυσε δεκάδες επιστημονικές έρευνες από πολλές χώρες, εξετάζοντας τις επιπτώσεις της χρήσης ψηφιακών συσκευών στη σωματική υγεία, τον ύπνο, τη γνωστική και γλωσσική ανάπτυξη, τη συναισθηματική ευεξία και τη σχέση των βρεφών με τους γονείς ή τους φροντιστές τους.
Το βασικό συμπέρασμα των ερευνητών είναι σαφές: στα πρώτα δύο χρόνια της ζωής τα πιθανά οφέλη από τις οθόνες είναι περιορισμένα, ενώ οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη του παιδιού είναι σημαντικοί. Τα ευρήματα συμβαδίζουν με τις συστάσεις τόσο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας όσο και της Αμερικανικής Ακαδημίας Παιδιατρικής, οι οποίες δεν συνιστούν τη συστηματική χρήση οθονών πριν από την ηλικία των δύο ετών.
Τι δείχνουν τα στοιχεία
Τα στοιχεία που συγκέντρωσαν οι ερευνητές δείχνουν ότι η χρήση οθονών ξεκινά πλέον πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Μελέτη από την Ιταλία, στην οποία συμμετείχαν περισσότερα από 35.000 παιδιά, διαπίστωσε ότι περισσότερα από 1 στα 8 βρέφη ηλικίας μόλις 2 έως 3 μηνών είχαν ήδη εκτεθεί σε οθόνες. Στην ηλικία των 13 έως 15 μηνών το ποσοστό αυτό έφτανε σχεδόν τα δύο τρίτα των παιδιών.
Παρόμοια ήταν και τα ευρήματα από την Αυστραλία, όπου τα βρέφη 6 μηνών περνούσαν κατά μέσο όρο περισσότερο από μία ώρα ημερησίως μπροστά σε κάποια οθόνη, χρόνος που υπερδιπλασιαζόταν μέχρι την ηλικία των δύο ετών.
Οι επιπτώσεις από τη χρήση οθονών
Η ανασκόπηση εντόπισε σταθερές συσχετίσεις μεταξύ της αυξημένης έκθεσης σε οθόνες και μιας σειράς αναπτυξιακών προβλημάτων. Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα αφορά τη γλωσσική ανάπτυξη. Τα βρέφη και τα μικρά παιδιά μαθαίνουν να επικοινωνούν μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδραση με τους ενήλικες, μέσω του βλέμματος, των ήχων, των χειρονομιών και της ανταπόκρισης που λαμβάνουν. Οι οθόνες φαίνεται να διακόπτουν αυτή τη διαδικασία.
Σε αυστραλιανή μελέτη διαπιστώθηκε ότι για κάθε επιπλέον λεπτό χρόνου μπροστά σε οθόνη στην ηλικία των 3 ετών, τα παιδιά άκουγαν περίπου 6,5 λέξεις λιγότερες από τους ενήλικες γύρω τους.
Αρνητικές επιδράσεις καταγράφηκαν και στον ύπνο. Πολλές μελέτες συνέδεσαν την αυξημένη έκθεση σε οθόνες με δυσκολία στην έναρξη του ύπνου, περισσότερες αφυπνίσεις κατά τη διάρκεια της νύχτας και μικρότερη συνολική διάρκεια ύπνου.
Αντίστοιχα, εντοπίστηκαν συσχετίσεις μεταξύ μεγαλύτερου χρόνου οθόνης και αυξημένου σωματικού λίπους, ενώ η χρήση οθονών κατά τη διάρκεια των γευμάτων σχετίστηκε με λιγότερο υγιεινές διατροφικές συνήθειες και δυσκολία των γονέων να αναγνωρίσουν τα σημάδια κορεσμού του παιδιού.
Όσον αφορά την όραση, τα διαθέσιμα δεδομένα δεν είναι ακόμη ξεκάθαρα. Ορισμένες μελέτες συνέδεσαν την πρώιμη χρήση οθονών με αυξημένο κίνδυνο μυωπίας στην προσχολική ηλικία, ενώ άλλες δεν επιβεβαίωσαν αυτή τη σχέση.
Ο ρόλος των γονέων
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι όταν οι γονείς είναι απορροφημένοι από το κινητό τους κατά τη διάρκεια του ταΐσματος, του παιχνιδιού ή της καθημερινής αλληλεπίδρασης με το παιδί, ανταποκρίνονται λιγότερο στα σήματα και τις ανάγκες του. Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως «technoference», μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα της επικοινωνίας μεταξύ γονέα και βρέφους.
Επιπλέον, η αυξημένη χρήση κινητών τηλεφώνων και μέσων κοινωνικής δικτύωσης συχνά ξεκινά ήδη κατά την εγκυμοσύνη και συνεχίζεται μετά τη γέννηση του παιδιού, διαμορφώνοντας από πολύ νωρίς το οικογενειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει το βρέφος.
Οι προτάσεις των ειδικών
Οι συγγραφείς της ανασκόπησης υποστηρίζουν ότι η ενημέρωση των γονέων δεν αρκεί. Προτείνουν την ανάπτυξη εργαλείων που θα επιτρέπουν στους επαγγελματίες υγείας να εντοπίζουν εγκαίρως οικογένειες στις οποίες υπάρχει αυξημένος χρόνος έκθεσης των βρεφών στις οθόνες, ώστε να παρέχεται εξατομικευμένη καθοδήγηση.
Το βασικό τους μήνυμα παραμένει σαφές: για τα παιδιά ηλικίας κάτω των δύο ετών δεν θα πρέπει να υπάρχει συστηματική και σκόπιμη χρήση ψηφιακών οθονών. Αν και οι ψηφιακές συσκευές αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας, οι ειδικοί υπενθυμίζουν ότι κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής η ανάπτυξη του εγκεφάλου βασίζεται κυρίως στη ζωντανή αλληλεπίδραση, το παιχνίδι, την επικοινωνία και την ανταπόκριση των γονέων. Αυτές οι εμπειρίες παραμένουν αναντικατάστατες για την υγιή ανάπτυξη του





