Η δυσανεξία στη λακτόζη κάνει την κατανάλωση γάλακτος ή παγωτού μια επώδυνη διατροφική επιλογή. Για ορισμένους ανθρώπους, η κατανάλωση γαλακτοκομικών μπορεί να προκαλέσει φούσκωμα, ναυτία και διάρροια. Ίσως να έχετε βιώσει και οι ίδιοι αυτά τα συμπτώματα. Αν ναι, μπορεί να θεωρείτε τη δυσανεξία στη λακτόζη ως μια ανωμαλία και όχι ως τον κανόνα.
Γνωρίζατε όμως ότι οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο σήμερα έχουν δυσανεξία στη λακτόζη, και ότι η ίδια η έννοια της «δυσανεξίας» επινοήθηκε τη δεκαετία του 1960; Πρόκειται για επισήμανση της Χίλαρυ Σμιθ ιστορικού που έχει μελετήσει την προέλευση των ιδεών στην επιστήμη της διατροφής. «Επέλεξα σκόπιμα τη λέξη "επινοήθηκε"», λέει με αποφασιστικότητα η ίδια.
Η επινόηση της δυσανεξίας στη λακτόζη
Οι διαφορές στην ικανότητα των ανθρώπων να χωνεύουν τη λακτόζη έγιναν για πρώτη φορά αντικείμενο επιστημονικής προσοχής όταν οι Αμερικανοί παραγωγοί γαλακτοκομικών προϊόντων βρήκαν έναν τρόπο να απαλλαγούν από τα τεράστια αποθέματα γάλακτος που είχαν συσσωρευτεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Για να διαθέσουν το γάλα που δεν μπορούσαν να πουλήσουν, στράφηκαν στην κυβέρνηση ζητώντας παρέμβαση. Και η κυβέρνηση ανταποκρίθηκε, αγοράζοντας τα πλεονάσματα και εντάσσοντάς τα στα σχολικά γεύματα και σε άλλους χώρους όπου προσφέρονταν γεύματα με δημόσια χρηματοδότηση.
Ξαφνικά, πολλοί άνθρωποι που δεν συνήθιζαν να πίνουν γάλα άρχισαν να το καταναλώνουν τακτικά. Αυτό συνέβη όχι μόνο σε ορισμένους Αμερικανούς, αλλά και σε ανθρώπους στο εξωτερικό. Μέρος του ίδιου πλεονάσματος γάλακτος κατέληξε στα σχολικά γεύματα χωρών όπως η Ιαπωνία και η Ταϊβάν τη δεκαετία του 1950, καθώς η αμερικανική κυβέρνηση άρχισε να πουλά γάλα σε συμμάχους της κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.
Πολλές από τις ομάδες που άρχισαν τότε να πίνουν γάλα συστηματικά δεν το χώνευαν σωστά. Στην πραγματικότητα, τους προκαλούσε αδιαθεσία. Οι επιστήμονες ενδιαφέρθηκαν να μάθουν το γιατί και επιδόθηκαν σε πειράματα.
Οι μαύροι κρατούμενοι
Σε μια μελέτη του 1966, στην οποία συγκρίθηκε ο τρόπος με τον οποίο μαύροι και λευκοί κρατούμενοι στη Βαλτιμόρη μεταβολίζουν τη λακτόζη, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι μαύροι συμμετέχοντες είχαν χαμηλότερα επίπεδα λακτάσης -του ενζύμου που διασπά τη λακτόζη- στο έντερό τους.
Για τους λευκούς επιστήμονες που διεξήγαγαν τη μελέτη, η δυσκολία των μαύρων κρατουμένων να χωνέψουν το γάλα έμοιαζε με ένα «εκ γενετής σφάλμα του μεταβολισμού». Θεώρησαν ότι η φυσιολογική ανθρώπινη κατάσταση ήταν η ανοχή στη λακτόζη και ότι όσοι δεν μπορούσαν να τη χωνέψουν είχαν κληρονομήσει κάποια γενετική μετάλλαξη.
Μόνο ύστερα από πολλά επιπλέον χρόνια έρευνας, με συμμετέχοντες ανθρώπους από διαφορετικές φυλές και εθνοτικές ομάδες, οι ειδικοί συνειδητοποίησαν ότι, όπως το διατύπωσε ένας αξιωματούχος των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ το 1981, «η δυσανεξία στη λακτόζη είναι μια φυσιολογική κατάσταση, κοινή σε κάθε ενήλικο ζώο, εκτός από ορισμένες εθνοτικές και φυλετικές ομάδες».
Τελικά, αποδείχθηκε ότι οι βορειοευρωπαίοι ήταν οι ασυνήθιστοι. Οι πρόγονοί τους είχαν κληροδοτήσει μια γενετική μετάλλαξη που τους επέτρεπε να συνεχίζουν να χωνεύουν το γάλα και μετά τη βρεφική ηλικία.
Με λίγα λόγια, αυτό που ανακάλυψαν οι επιστήμονες τη δεκαετία του 1960 ήταν ότι διαφορετικοί ανθρώπινοι οργανισμοί επεξεργάζονται το γάλα με διαφορετικό τρόπο. Αυτό που «επινοήθηκε» ήταν η ιδέα ότι η δυσανεξία στη λακτόζη αποτελεί ελάττωμα.
Η αποδοχή αυτής της αντίληψης θα σήμαινε ότι σχεδόν τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού -το εκτιμώμενο ποσοστό ανθρώπων με δυσανεξία στη λακτόζη- θεωρούνται ελαττωματικοί.
Αντί να αναγνωριστεί ότι μια διατροφή χωρίς γαλακτοκομικά μπορεί να είναι απολύτως υγιεινή, επινοήθηκαν τρόποι για να ξεπεραστεί αυτή η υποτιθέμενη «αναπηρία», ώστε όλοι να μπορούν να καταναλώνουν περισσότερα γαλακτοκομικά προϊόντα.
Ο διατροφικός ιμπεριαλισμός
«Η δυσανεξία στη λακτόζη αποτελεί ένα παράδειγμα αυτού που αποκαλώ διατροφικό ιμπεριαλισμό: έναν τρόπο σκέψης που αντιμετωπίζει τις διατροφικές συνήθειες των λευκών πληθυσμών ως τον κανόνα και τις διατροφικές συνήθειες όλων των άλλων ως απόκλιση», λέει η Σμιθ.
Ο διατροφικός ιμπεριαλισμός ήταν συνηθισμένος κατά τον 20ό αιώνα, όταν οι επιστήμονες θεωρούσαν ότι οι διατροφές με πολύ γάλα και κρέας ήταν οι καλύτερες. Αντιμετώπιζαν τις διατροφές εκτός Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης ως υπερβολικά χορτοφαγικές. Ορισμένοι μάλιστα υποστήριζαν ότι το αλεύρι από σιτάρι, και όχι το ρυζάλευρο, θα έπρεπε να αποτελεί την βασική τροφή σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η ίδια προκατάληψη εφαρμόστηκε και στο ανθρώπινο σώμα. Εκτός από τη δυσκολία πέψης της λακτόζης, αποδόθηκαν και άλλες «αποτυχίες» σε μη λευκούς πληθυσμούς, όπως η ανεπάρκεια της αλδεϋδικής αφυδρογονάσης, δηλαδή η μειωμένη ικανότητα της γρήγορης διάσπασης του αλκοόλ. Όπως εξηγεί η Χιλ, «ο λιγότερο τεχνικός όρος ίσως είναι πιο οικείος: το Asian flush, δηλαδή η ερυθρότητα και η δυσφορία που μπορεί να εμφανίζουν ορισμένοι Ασιάτες μετά την κατανάλωση αλκοόλ».
Η ιστορικός επισημαίνει, επιπλέον, ότι «τέτοιες διαφορές θα μπορούσαν να είχαν αντιμετωπιστεί ως ποικιλομορφία, ως ένας ακόμη τρόπος με τον οποίο μπορεί να είναι φτιαγμένο το ανθρώπινο σώμα. Αντί γι’ αυτό, καθεμία χαρακτηρίστηκε ως "ανεπάρκεια"».
«Πολλοί άνθρωποι σήμερα έχουν κληρονομήσει και διαιωνίσει αυτόν τον τρόπο σκέψης χωρίς να το γνωρίζουν, ακόμη και εκείνοι που χαρακτηρίζονται «ανεπαρκείς» με βάση αυτόν», εξηγεί η ίδια και συνεχίζει: «Το 1959, ο διευθυντής της υπηρεσίας διατροφής της Ιαπωνίας δήλωσε ότι οι "λαοί που τρώνε ρύζι", όπως οι Ιάπωνες, ήταν "παραιτημένοι και παθητικοί" και ότι μπορούσαν να το διορθώσουν μιμούμενοι τις δυτικές διατροφικές συνήθειες και αντικαθιστώντας το ρύζι με σιτάρι. Σήμερα, ο πιο προβεβλημένος επιστήμονας που υποστηρίζει την άποψη ότι το Asian flush αποτελεί ασθένεια είναι ένας γενετιστής ταϊβανέζικης καταγωγής, ο οποίος δημιούργησε μια ερευνητική κοινοπραξία για τη μελέτη αυτού που αποκαλεί "την πιο συχνή ανθρώπινη ενζυμοπάθεια στον κόσμο"».
Η Κινεζική Εταιρεία Διατροφής τοποθέτησε ένα ψηλό ποτήρι γάλα δίπλα στο Food Guide Plate του 2022 -παρά τις εκτιμήσεις ότι η συντριπτική πλειονότητα των Χαν Κινέζων, της μεγαλύτερης εθνοτικής ομάδας στην Κίνα και παγκοσμίως, έχει δυσανεξία στη λακτόζη.
Μετατρέποντας ξανά την «ασθένεια» σε διαφορά
Η επιστήμη που αντιμετωπίζει την ανθρώπινη διαφορετικότητα ως παθολογία συμβάλλει στη διαιώνιση του ρατσισμού.
Τα τελευταία χρόνια, λευκοί υπέρμαχοι της φυλετικής ανωτερότητας έχουν υιοθετήσει την ιδέα της δυσανεξίας στη λακτόζη ως χαρακτηριστικό που υποτίθεται ότι διακρίνει τους μη λευκούς ανθρώπους.
Χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχουν αντιγράψει και αναδημοσιεύσει σε ρατσιστικές διαδικτυακές συνομιλίες στο φόρουμ 4chan έναν χάρτη της γεωγραφικής κατανομής της ανοχής στη λακτόζη, ο οποίος είχε αρχικά δημοσιευθεί στο επιστημονικό περιοδικό Nature.
Το 2017, διαδικτυακά τρολ διέκοψαν μια αντιρατσιστική καλλιτεχνική εγκατάσταση φωνάζοντας νεοναζιστικά συνθήματα και πίνοντας επιδεικτικά μεγάλες ποσότητες γάλακτος, προκειμένου να τονίσουν τη λευκή τους ταυτότητα.
Η μετατροπή μιας διαφοράς στον τρόπο πέψης της λακτόζης σε «ανεπάρκεια» έχει συμβάλει περισσότερο στην ενίσχυση αφηγήσεων περί φυλετικής ιεραρχίας παρά στη βελτίωση της δημόσιας υγείας.
Επομένως, η κατάσταση είναι απλή: αν σας αρέσουν τα γαλακτοκομικά, συνεχίστε να τα καταναλώνετε· αν δεν σας αρέσουν ή δεν τα ανέχεστε, μην τα καταναλώνετε –και να γνωρίζετε ότι δεν υπάρχει τίποτα λάθος στον οργανισμό σας.
Πηγή: THE CONVERSATION.COM





